Ελληνικά

Δύο Διαλέξεις για την Ζωή και τις Ιδέες του Λέων Τρότσκι

O Λέων Τρότσκι, η Σοβιετική Ιστοριογραφία και η Μοίρα του Κλασσικού Μαρξισμού (1)

Σαράντα πέντε χρόνια έχουν περάσει από την έκδοση του τελευταίου τόμου του εξαίρετου βιογραφικού τρίπτυχου του Λέων Τρότσκι από τον Ισαάκ Ντόιτσερ, Ο Οπλισμένος, Άοπλος και Εξόριστος Προφήτης. Θα ήταν δύσκολο να σκεφτεί κανείς μία άλλη βιογραφία που είχε μία τόσο βαθιά και εκτεταμένη διανοητική και πολιτική επιρροή. Όταν ο Ντόιτσερ άρχισε το έργο του στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Τρότσκι ήταν νεκρός πάνω από μία δεκαετία. Ο δολοφόνος του όμως, ο Ιωσήφ Στάλιν, εξακολουθούσε να παραμένει ζωντανός στο Κρεμλίνο – το αντικείμενο μιας, τόσο αηδιαστικής όσο και παράλογης, παγκόσμιας καμπάνιας δημόσιου σεβασμού, στην οποία συμμετείχαν σχεδόν όλα τα κομμουνιστικά κόμματα. Ο Ντόιτσερ σύγκρινε το έργο του σαν βιογράφου με αυτό του Τόμας Καρλάιλ, που είχε παραπονεθεί πως η μελέτη του για τον Κρόμγουελ τον ανάγκασε «να βγάλει σέρνοντας τον Λόρδο Προστάτη κάτω από ένα βουνό νεκρών σκύλων και ένα βαρύ φορτίο συκοφαντίας και λήθης.» (2)

Όταν ο Ντόιτσερ τελείωσε τον τρίτο τόμο του το 1963, το πολιτικό περιβάλλον είχε αλλάξει δραματικά. Ο Στάλιν είχε πεθάνει τον Μάρτη του 1953. Τον Φλεβάρη του 1956, στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, ο Κρούστσεφ εκφώνησε τον, καθώς ονομάστηκε, «μυστικό λόγο» του. Ουσιαστικά κατάγγειλε τον Στάλιν σαν πολιτικό εγκληματία, ευθυνόμενο για την φυλάκιση, βασανισμό και δολοφονία αμέτρητων χιλιάδων Παλιών Μπολσεβίκων και πιστών κομμουνιστών στη διάρκεια των εκκαθαρίσεων της δεκαετίας του 1930. Φυσικά ο Κρούστσεφ δεν αναγνώρισε σχεδόν καθόλου την πραγματική έκταση των εγκλημάτων του Στάλιν. Το κατηγορητήριο ήταν τόσο αμφίλογο όσο και ανολοκλήρωτο. Όμως η επίπτωση του λόγου του Κρούστσεφ ήταν πολιτικά καταστροφική. Το αδήλωτο αλλά αναπόφευχτο συμπέρασμα που προέκυπτε από το ξεσκέπασμα των εγκλημάτων του Στάλιν ήταν πως οι Δίκες της Μόσχας του 1936-1938 ήταν σκευωρία και πως οι Παλιοί Μπολσεβίκοι κατηγορούμενοι είχαν φονευθεί. Η σκέψη πως «ο Τρότσκι είχε δίκιο» στοίχειωνε άπειρους ηγέτες και μέλη του ΚΚΣΕ και συνδεόμενων Σταλινικών κομμάτων σε όλο τον κόσμο. Και αν ο Τρότσκι είχε δίκιο για τις δίκες, για ποιά άλλα πράγματα είχε επιπλέον δίκιο;

Μέσα στην αναταραχή που ξέσπασε μέσα στα Σταλινικά κόμματα – η οποία έθεσε σε κίνηση μία διαδικασία εσωτερικής αποσύνθεσης που οδήγησε, μέσα σε 30 χρόνια, στην πολιτική τους διάλυση – η τριλογία του Ντόιτσερ απόκτησε τεράστια πολιτική σημασία. Η δυσφήμιση του Στάλιν ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η δικαίωση του Τρότσκι. Στο κλίμα της εποχής, η ηρωική εικόνα του Τρότσκι που επικαλούνταν ο μεταφορικός τίτλος του Ντόιτσερ δεν φαινόταν καθόλου υπερβολική. Παρά τους σημαντικούς περιορισμούς τους – ιδίως στον τελευταίο τόμο όπου ο Ντόιτσερ ασχολείται κάπως οχληρά με τις δικές του πολιτικές διαμάχες με τον Τρότσκι – οι τρεις τόμοι παρουσίασαν την ηρωική προσωπικότητα του μεγάλου επαναστάτη σε μία νέα γενιά πολιτικά ριζοσπαστικοποιημένων διανοούμενων και νέων. Και τί προσωπικότητα ήταν! Ποια άλλη μορφή στη μοντέρνα ιστορία επέδειξε τέτοιο τεράστιο ρεπερτόριο διανοητικών, πολιτικών, λογοτεχνικών και στρατιωτικών ικανοτήτων; Ο Ντόιτσερ πέτυχε να μεταδώσει στην αφήγηση του μία τεράστια δραματική ένταση. Το δράμα όμως της ζωής του Τρότσκι δεν ήταν ανάγκη να εφευρεθεί, ούτε χρειαζόταν καλλιτεχνική υπερβολή. Η ζωή του ήταν, τελικά, η συμπυκνωμένη έκφραση του απέραντου ιστορικού δράματος και τραγωδίας της Ρώσικης Επανάστασης.

Από τη δεκαετία του 1960, η Σοβιετική Ένωση είχε χάσει ήδη την διεκδίκηση της πάνω στην φαντασία των διανοούμενων και φοιτητών. Η βιογραφία του Ντόιτσερ χρησίμευσε σαν εισαγωγή στις παλιές διαμάχες της δεκαετίας του 1920, στην οποία το έργο του Τρότσκι φάνταζε τόσο μεγάλο. Πάρα πολλοί από τους αναγνώστες του Ντόιτσερ προχώρησαν στην μελέτη των γραπτών του Τρότσκι, τα οποία σταδιακά έγιναν ευρύτερα διαθέσιμα.

Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και μέσα στη δεκαετία του 1970, το ενδιαφέρον για τη ζωή και το έργο του Τρότσκι ήταν έντονο. Το 1978, στις παραμονές των 100 χρόνων από τη γέννηση του Τρότσκι, ο καθηγητής Μπαρούχ Κνάι-Παζ εξέδωσε το βιβλίο Η Κοινωνική και Πολιτική Σκέψη του Λέων Τρότσκι. Η προσέγγιση του Κνάι-Παζ στο αντικείμενο του, παρά την επικριτική της στάση, αντικατόπτριζε το κυρίαρχο αίσθημα ανάμεσα στους σοβιετολόγους πως ο Τρότσκι ήταν μια σημαντική πολιτική και διανοητική παρουσία. Ο Κνάι-Παζ σημείωσε πως ο Τρότσκι «θεωρείται, ακόμα και τώρα, και ίσως όχι άδικα, σαν η πεμπτουσία του επαναστάτη σε μία εποχή η οποία δεν είχε έλλειψη από επαναστατικές μορφές.» Περιέγραψε σαν «τεράστια» τα επιτεύγματα του Τρότσκι «στην σφαίρα της θεωρίας και των ιδεών». Ο Τρότσκι, γράφει ο Κνάι-Παζ, «ήταν ανάμεσα στους πρώτους που ανέλυσαν την εμφάνιση κοινωνικών αλλαγών τον εικοστό αιώνα σε καθυστερημένες κοινωνίες, και ανάμεσα στους πρώτους που επιχείρησαν επιπλέον να εξηγήσουν τις πολιτικές επιπτώσεις που θα ξεπηδούσαν από αυτές τις αλλαγές.» (3) Σαν Μαρξιστής και οπαδός των πολιτικών ιδεών του Τρότσκι διαφωνώ, με όλο το σεβασμό, με πολλά στοιχεία της ανάλυσης και ερμηνείας του καθηγητή Κνάι-Παζ. Η προσεκτική του όμως μελέτη σίγουρα απέδειξε πως η ζωή του Τρότσκι προσφέρει γόνιμο έδαφος για σοβαρή έρευνα. Παρόλο που ο Τρότσκι ήταν ο κατεξοχήν άνθρωπος της δράσης, ήταν επιπλέον και έξοχος στοχαστής. Ο Κνάι-Παζ υπολόγισε πως τα γραπτά του Τρότσκι μπορούν «εύκολα...να γεμίσουν εξήντα με εβδομήντα χοντρούς τόμους – χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το απέραντο υλικό στο Αρχείο του Τρότσκι στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.» (4)

Ο καθηγητής Κνάι-Παζ έθεσε στον εαυτό του σαφή όρια – αναγκαίο για οποιονδήποτε μελετητή που επιχειρεί να καταπιαστεί με ένα θέμα τόσο τεράστιο και απέραντο όσο η ζωή και η εποχή του Τρότσκι. Ο Κνάι-Παζ εξήγησε ότι το έργο ήταν «μία μελέτη της σκέψης του Τρότσκι, όχι αυτής των αντιπάλων ή οπαδών του, ούτε του ιδεολογικού και πολιτικού κινήματος που κατέληξε να ταυτίζεται με το όνομα του.» (5) Ακόμα και με αυτή την πειθαρχημένη εστίαση, ο καθηγητής Κνάι-Παζ χρειάστηκε 598 σελίδες της συμπυκνωμένης γραμματοσειράς του εκδοτικού οίκου Κλάρεντον για να τελειώσει την εργασία του. Άφησε όμως για την επιστημονική κοινότητα όχι μόνο πολλά θέματα για συζητήση, αλλά επίσης και πολλά ακόμα να κάνει.

Και όμως, το βιβλίο του Κνάι-Παζ αποδείχτηκε πως ήταν σχεδόν η τελευταία σημαντική συνεισφορά στον τομέα των μελετών για τον Τρότσκι. Ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο ήταν δύσκολο να το προβλέψει κανείς το 1978. Το βιβλίο του Κνάι-Παζ δημοσιεύτηκε, εξάλλου, στις παραμονές ενός γεγονότος που θα έπρεπε να ενθαρρύνει την μελέτη του Τρότσκι – το άνοιγμα στις 2 Γενάρη 1980 του μέχρι τότε κλειστού τμήματος του Αρχείου του Τρότσκι στην Βιβλιοθήκη Χάουτον στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Μέχρι τότε, ο Ισαάκ Ντόιτσερ ήταν ο μόνος συγγραφέας που, με ειδική άδεια από την χήρα του Τρότσκι, την Νατάλια Σέντοβα, απέκτησε πρόσβαση στην απέραντη αυτή συλλογή των προσωπικών εγγράφων του επαναστάτη. Καθώς αποδείχτηκε όμως, το άνοιγμα του αρχείου αυτού είχε οριακή μόνο επίπτωση στους Αμερικάνους και Βρετανούς ερευνητές στο πεδίο της Σοβιετικής ιστορίας. Στην διάρκεια των τελευταίων 28 χρόνων, πολύ λίγο υλικό από αυτό το τεράστιο αρχείο έχει εμφανιστεί σε δημοσιευμένες θεωρητικές εργασίες.

Αυτή η συρρίκνωση της ακαδημαϊκής έρευνας για τον Τρότσκι μετά το 1978 είναι ένα παράξενο φαινόμενο. Όπως και να είναι, η εμβάθυνση της κρίσης στη Σοβιετική Ένωση και Ανατολική Ευρώπη στην διάρκεια της δεκαετίας του 1980 σίγουρα δικαιολογούσε μια εντατικότερη ανασκόπηση του έργου του Τρότσκι ο οποίος ήταν ο πρωταρχικός επικριτής του Στάλιν και του Σταλινισμού, και που είχε προβλέψει την πτώση της ΕΣΣΔ. Το γεγονός ήταν ότι η περιγραφή της διαδικασίας της καπιταλιστικής αποκατάστασης στο βιβλίο του Τρότσκι Η Προδομένη Επανάσταση (το οποίο εκδόθηκε το 1936), πρόβλεψε, με εκπληκτική ακρίβεια, την οικονομική μεταμόρφωση της πρώην ΕΣΣΔ υπό την αιγίδα του Γιέλτσιν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, στα περισσότερα αγγλόγλωσσα έργα που ασχολούνται με την ιστορία, οικονομία, πολιτική και κοινωνική δομή της Σοβιετικής Ένωσης, ο Τρότσκι εμφανίζεται σαν δευτερεύουσα ή ακόμα και σαν περιθωριακή μορφή. Η μόνη αξιοσημείωτη και πρωτότυπη συμβολή στην μελέτη του Τρότσκι που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1980 – μία τόσο ταραχώδη δεκαετία στην Σοβιετική ιστορία – ήταν μία μικρή μονογραφία, με τίτλο Ο Λέων Τρότσκι και η Τέχνη της Εξέγερσης, που εστιαζόταν στα επιτεύγματα του Τρότσκι σε θέματα στρατιωτικής τακτικής. Απροσδόκητα, αυτή η εξαιρετικά ευνοϊκή αξιολόγηση της συμβολής του Τρότσκι στην τέχνη και επιστήμη του πολέμου, την εξέγερση και την στρατιωτική διοίκηση γράφτηκε από έναν αξιωματικό και καθηγητή του Πολεμικού Κολλέγιου του Αμερικάνικου στρατού, τον συνταγματάρχη Χάρολντ Νέλσον.

Η κατάσταση στις μελέτες για τον Τρότσκι χειροτέρεψε την δεκαετία του 1990. Η Αμερικάνικη και Βρετανική επιστημονική έρευνα δεν προσκόμισαν τίποτα το ουσιώδες στον τομέα αυτό σε όλη την διάρκεια της δεκαετίας. Το μόνο δημοσιευμένο έργο που ξεχωρίζει ίσως σαν μία, αν και μικρή, εξαίρεση, είναι ένας τόμος δοκίμιων, που δημοσιεύθηκε το 1992 από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου με τον τίτλο Η Επανεξέταση του Τρότσκι. Στην διάρκεια της δεκαετίας αυτής, μία ανησυχητική τάση εμφανίστηκε στην Βρετανία, η οποία είχε σαν γνώρισμα την ανακύκλωση και νομιμοποίηση παλιών συκοφαντιών ενάντια στον Τρότσκι. Το κυριότερο παράδειγμα της τάσης αυτής ήταν το λεγόμενο Περιοδικό Μελετών για τον Τρότσκι, το οποίο εκδιδόταν στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Το αγαπημένο θέμα του περιοδικού αυτού ήταν ότι τα γραπτά του Τρότσκι ήταν γεμάτα εγωκεντρικές διαστρεβλώσεις. Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε επανειλημμένα χωρίς κανένα σεβασμό για τις πραγματικές πηγές. Ανάμεσα στις πιο παράλογες συνεισφορές του ήταν ένα άρθρο το οποίο επιχειρούσε να αποδείξει ότι, στην Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, ο Τρότσκι είχε μεγαλοποιήσει τεράστια τον δικό του ρόλο στην εξέγερση του Οκτώβρη. Μας πληροφόρησε ότι ενώ σοβαροί επαναστάτες όπως ο Στάλιν βγήκαν στους δρόμους να κάνουν τις βαριές δουλειές, ένας κάπως σαστισμένος Τρότσκι ξέμεινε στο Ινστιτούτο Σμόλνι για να απαντάει τα τηλέφωνα. Ευτυχώς, η έκδοση του περιοδικού τερματίστηκε μετά από τέσσερα τεύχη.

Η τρέχουσα δεκαετία δεν έχει δεί καμμία βελτίωση. Δύο καινούργιες βιογραφίες του Τρότσκι εκδόθηκαν, η πρώτη το 2003 και η δεύτερη το 2006, από τους καθηγητές Ίαν Θάτσερ και Τζέφρι Σουέιν. Τα έργα αυτά δεν περιείχαν καμμία καινούργια έρευνα. Έχω ήδη κάνει μία λεπτομερή ανάλυση των έργων τους σε μία εκτενή ανασκόπηση με τίτλο, Ο Λέων Τρότσκι και η Μετα-Σοβιετική Σχολή της Ιστορικής Πλαστογραφίας. (6)

Αξίζει να συγκρίνει κανείς την επικρατούσα μεταχείριση του Τρότσκι με τον τεράστιο όγκο υλικού για τον Στάλιν, ο οποίος φαίνεται να ασκεί μία ατέλειωτη γοητεία πάνω στους ιστορικούς. Φυσικά ο Στάλιν, όχι λιγότερο από τον Χίτλερ, είναι θεμιτό αντικείμενο επιστημονικής μελέτης. Δεν υπάρχουν κατάλληλα ή ακατάλληλα αντικείμενα για ιστορική μελέτη. Αλλά καθώς ίσως θα έλεγε ο Ουάιλντ, η μόνη άνευ όρων απαίτηση για την συγγραφή της ιστορίας, όπως και στην συγγραφή μυθιστορημάτων, είναι ότι αυτή πρέπει να γίνεται καλά. Το πρόβλημα είναι πως πολλά από τα γραπτά για τον Στάλιν είναι κακογραμμένα. Πολλά από τα έργα είναι χονδροειδώς δημοσιογραφικά, καθώς εκμεταλλεύονται με σκανδαλοθηρικό τρόπο το υλικό που αποκτήθηκε από τα Σοβιετικά αρχεία. Έργα των Ραντζίνσκι και Σεμπάγκ-Μοντεφιόρε παρέχουν δείγματα αυτού του είδους. Ωστόσο, πιο ανησυχητικές είναι μελέτες από ερευνητές που φαίνονται να νοιάζονται πραγματικά για την αποκατάσταση του Στάλιν και του Σταλινισμού. Πολλές φορές τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν τέτοιοι ιστορικοί είναι πραγματικά αλλόκοτα. Για παράδειγμα, ο καθηγητής Στήβεν Κότκιν, στο βιβλίο του Μαγνητικό Βουνό, υποστηρίζει πως ο Σταλινισμός ήταν το αποκορύφωμα του οράματος του Διαφωτισμού. Ο Σταλινισμός, γράφει:

... αποτελούσε την πεμπτουσία της ουτοπίας του Διαφωτισμού, μία απόπειρα, μέσω των οργάνων του κράτους, να επιβάλλει μία έλλογη ευταξία της κοινωνίας, ξεπερνώντας ταυτόχρονα τους διασπαστικούς ταξικούς διαχωρισμούς που προκλήθηκαν από την εκβιομηχανοποίηση του δέκατου ένατου αιώνα. Η απόπειρα αυτή, με τη σειρά της, ήταν ριζωμένη σε μία παράδοση ουτοπιών με αστικά πρότυπα και κοινωνικό προσανατολισμό οι οποίες βοήθησαν να κάνουν τον Διαφωτισμό πραγματοποιήσιμο. Το Μαγκνιτογκόρσκ είχε πολύ βαθιές ρίζες. (7)

Στην χειρότερη της εκδήλωση, η τάση αυτή, με το πρόσχημα της παροχής μιας πιο «εκλεπτυσμένης» εκτίμησης ιστορικών γεγονότων, προωθεί παράξενες δικαιολογίες για τον Στάλιν και τα εγκλήματά του. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο του Ρόμπερτ Θέρστον Ζωή και Τρόμος στη Ρωσία του Στάλιν 1934-1941, το οποίο εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Γέιλ το 1996, μας προσφέρει την εξής αξιολόγηση για τον εισαγγελέα του Στάλιν, τον Αντρέι Βυσίνσκι:

Έτσι, το 1935-36, παρά τον άθλιο ρόλο του στις παρωδίες δίκης που άρχισαν τον Αύγουστο του 1936, ο Βυσίνσκι υποστήριζε μεγάλες βελτιώσεις στις νομικές διαδικασίες. Ταυτόχρονα, περιφρονούσε πολλές από τις κύριες πρακτικές της NKVD και παρότρυνε για μεγαλύτερη ανοχή στις επικρίσεις από απλούς πολίτες, αρκεί αυτές να μη θίγουν θεμελιακές πολιτικές. (8)

Επίσης, αναφερόμενος στον Κάμενεφ τον Ζινόβιεφ και άλλους κατηγορούμενους στην δίκη του 1936, ο Θέρστον προσφέρει την εξής χαλαρά μεταμφιεσμένη νομιμοποίηση της καταδίκης τους από τον Στάλιν:

Καθώς ήταν μάλλον ένοχοι για τίποτε πέρα από συζητήσεις για πολιτικές αλλαγές, δεν άξιζε στους άντρες αυτούς να τιμωρηθούν, σύμφωνα με τα Δυτικά πρότυπα δικαιοσύνης. Όμως είχαν συμμετάσχει στην αντιπολίτευση, είχαν επαφές με τον Τρότσκι, είχαν διαρρεύσει απόρρητα έγγραφα στην Δύση και είχαν θελήσει να ανατρέψουν τον Στάλιν, και για όλα αυτά είχαν πει ψέματα, ενώ διακήρυσσαν την πλήρη πίστη τους. Τα σημεία αυτά εφοδίασαν με άφθονο υλικό το καχύποπτο μυαλό του Στάλιν. Γιατί λέγανε ψέματα τέτοια άτομα; Πόσοι σαν αυτούς υπήρχαν και ποιές ήταν οι πραγματικές τους προθέσεις; Με δεδομένα την παράταξη του Τρότσκι και τον τόνο του Μνημόνιου Ριούτιν, θα ήταν ίσως εύκολο και για άτομα λιγότερο νοσηρά από τον Στάλιν να φανταστούν τρομοκρατικές δραστηριότητες πίσω από τα πολλά βιομηχανικά ατυχήματα της περιόδου. Ο ίδιος εξωράισε σημαντικά τα πράγματα και είπε τεράστια ψέματα – ωστόσο οι παραπάνω αποδείξεις υποδηλώνουν ότι εκείνη την στιγμή ο Στάλιν έλαβε μέτρα για να εξουδετερώσει άτομα που τον είχαν παραπλανήσει και που είχαν συνωμοτήσει με έναν θανάσιμο εχθρό του, τον Τρότσκι. Η απόφαση αυτή, παρόλο που ήταν άδικη, δεν ήταν μέρος ενός σχεδίου δημιουργίας πολιτικού τρόμου. (9)

Καθώς η φάμπρικα της σταλινογραφίας στον τομέα των Σοβιετικών μελετών λειτουργεί κανονικά, η παρατετάμενη κρίση στις μελέτες για τον Τρότσκι συνεχίζεται. Αυτό βρίσκει έκφραση όχι μόνο στις πολύ περιορισμένες και γενικά άθλιας ποιότητας έρευνες πάνω στη ζωή του Τρότσκι, αλλά και στην απουσία σημαντικών έργων για τους πολιτικούς σύντροφους του στην Αριστερή Αντιπολίτευση. Πόσοι από τους ηγέτες της Αριστερής Αντιπολίτευσης, ξεκινώντας από τους Κρίστιαν Ρακόφσκι και Άντολφ Τζόφε, ήταν το αντικείμενο μιας σε πλήρη έκταση αγγλόφωνης βιογραφίας; Ποιό έργο έχει γραφτεί για τους Σμιρνόφ, Σμίλγκα, Μπογκουσλάβσκι, Τερ-Βαγανιάν και Βορόνσκι; Μέχρι στιγμής, δεν έχει γίνει καμμία πλήρης μελέτη της Αριστερής Αντιπολίτευσης και των δραστηριοτήτων της. Ένα επίμονο μοτίβο πολλών σύγχρονων έργων για τον Μεγάλο Τρόμο είναι ότι είχε μικρή σχέση με τον Τρότσκι, ο οποίος ήδη από την δεκαετία του 1930, σύμφωνα με τα έργα αυτά, δεν είχε καμμία επιρροή μέσα στην Σοβιετική Ένωση. Είναι αλήθεια όμως αυτό; Ποιά έρευνα έχει διεξαχθεί πάνω στις δραστηριότητες των Αντιπολιτευτών; Και αν ακόμα η καταστολή του Στάλιν κατέστησε αδύνατη τη συστηματική πολιτική δράση, ισχύει πράγματι ότι το τροτσκιστικό Δελτίο της Αντιπολίτευσης δεν ασκούσε καμμία επιρροή πάνω στην σκέψη δυσαρεστημένων στοιχείων μέσα στο Σοβιετικό κράτος και τον κομματικό μηχανισμό; Επιπλέον, είχε εξαφανιστεί μέχρι το 1936 κάθε ίχνος ανάμνησης του Τρότσκι ανάμεσα στους βετεράνους του Εμφύλιου Πόλεμου, αξιωματικούς και απλούς στρατιώτες, που πολέμησαν με τον Κόκκινο Στρατό; Μήπως ο Βίκτωρ Σέρτζ απλά ασκούσε την καλλιτεχνική του άδεια όταν έγραψε για τον Τρότσκι το 1937 ότι μέσα στην Σοβιετική Ένωση «όλοι τον σκέφτονται, εφόσον απαγορεύεται να τον σκέφτονται... Όσο ζει ο Γέρος, η νικηφόρα γραφειοκρατία δεν θα είναι ασφαλής.» (10) Αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν έως ότου γίνει η αναγκαία μελέτη.

Γιατί όμως δεν έχει γίνει αυτό το έργο; Αυτό είναι ένα πολύπλοκο ερώτημα το οποίο, υποπτεύομαι, ότι θα αποτελέσει σε κάποια στιγμή αντικείμενο μελέτης για φοιτητές της ιστορίας των ιδεών. Δεν θα ισχυριστώ ότι έχω την οριστική απάντηση, αλλά θα ήθελα να επισημάνω ορισμένους παράγοντες οι οποίοι μπορεί να είχαν επίπτωση στην κατανόηση και υποδοχή του Τρότσκι στην ακαδημαϊκή και επιστημονική κοινότητα. Επιτρέψτε μου να δηλώσω από την αρχή ότι αναφορές στην «έλλειψη σημασίας» του Τρότσκι δεν είναι ούτε αξιόπιστες ούτε σοβαρές. Είναι φανερό ότι ο Τρότσκι έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην Ρωσική Επανάσταση, ένα από τα κυριότερα γεγονότα του εικοστού αιώνα. Ήταν επίσης, καθώς έχουν τα πράγματα, μία από τις πιο λαμπρές λογοτεχνικές μορφές του αιώνα αυτού. Ο Βάλτερ Μπέντζαμιν σημείωσε στο ημερολόγιό του ότι το 1931 ο Μπέρτολτ Μπρέχτ «υποστήριζε πως υπήρχαν πολλοί λόγοι για να πιστεύει κανείς ότι ο Τρότσκι είναι ο μεγαλύτερος ζωντανός Ευρωπαίος συγγραφέας.» (11) Με τα προσόντα αυτά δεν είναι σχεδόν καθόλου αναγκαίο να δικαιολογηθεί η συγγραφή «ενός ακόμη» βιβλίου για τον Τρότσκι. Θα μπορούσε κανείς επιπλέον να προσθέσει, για να ολοκληρώσουμε, ότι η πολιτική και πνευματική κληρονομιά του Τρότσκι, όσο αυτή και αν είναι αμφιλεγόμενη και αμφισβητήσιμη, συνεχίζει να ασκεί επιρροή στην σύγχρονη πολιτική. Είναι ολοφάνερο ότι ο Τρότσκι δεν είναι ιστορικά ασήμαντος. Γιατί όμως έχει γίνει ασήμαντος για τους ιστορικούς;

Το συντηρητικό πολιτικό και πνευματικό κλίμα που έχει επικρατήσει τις τελευταίες τρείς δεκαετίες είναι ένας σημαντικός παράγοντας στον προσδιορισμό της υποδοχής του Τρότσκι από την επιστημονική κοινότητα. Οι ανώτατοι δικαστές δίνουν προσοχή στα εκλογικά αποτελέσματα και οι ιστορικοί διαβάζουν τις εφημερίδες. Όπως ο Τρότσκι παρατήρησε εύστοχα το 1938, η δύναμη της πολιτικής αντίδρασης όχι μόνο κατακτά, αλλά επιπλέον πείθει. Η διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991 έφερε στον απόηχο της έναν κατακλυσμό από σφοδρές καταγγελίες εναντίον ολόκληρης της Σοβιετικής εμπειρίας. Τα έργα δεξιών αντιπάλων της σοσιαλιστικής υπόθεσης όπως ο Μάρτιν Μάλια, ο Ρόμπερτ Κόνκουεστ, ο ακούραστος Ρίτσαρντ Πάιπς και ο πρώην Σταλινικός Φρανσουά Φουρέ προωθούσαν ένα περιβάλλον πνευματικού μαρασμού το οποίο αποθάρρυνε μία σοβαρή, πόσο μάλλον συμπαθητική, διερεύνηση της πολιτικής κληρονομιάς του Ρωσικού και του Ευρωπαϊκού Μαρξισμού. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τα κλασσικά έργα της σοβιετολογίας των δεκαετιών του 1950 και 1960 – έργα όπως Η Προέλευση του Μπολσεβικισμού του Λεοπόλντ Χάιμσον, Πλεχάνοφ του Σάμουελ Μπάρον, ή ακόμα και η εγκυκλοπαιδική μελέτη του Καρρ των πρώτων χρόνων της Σοβιετικής ιστορίας – να γράφονται την δεκαετία του 1990. Το κυρίαρχο πνευματικό κλίμα δεν ήταν ευνοϊκό για εκείνους, όπως ο Ρώσος μελετητής Βαντίμ Ρογκόβιν, που επιχείρησαν να διερευνήσουν, μέσα στα πλαίσια της Μαρξιστικής και Μπολσεβίκικης παράδοσης, επαναστατικές και σοσιαλιστικές εναλλακτικές πολιτικές στον Σταλινισμό. 

Ωστόσο, πολλά από τα προβλήματα που συνδέονται με την υποδοχή του Τρότσκι από τους ακαδημαϊκούς δεν προέρχονται άμεσα από το πολιτικό περιβάλλον των τελευταίων 30 χρόνων. Υπάρχουν άλλες μακροχρόνιες διανοητικές διεργασίες, οι οποίες υπήρχαν πολύ πριν την εκλογική νίκη της Μάργκαρετ Θάτσερ στην Βρετανία και του Ρόναλντ Ρήγκαν στις Ηνωμένες πολιτείες. Αναφέρομαι σε μία παρατεταμένη διαδικασία που εκτείνεται σε πολλές δεκαετίες, την σταθερά αυξανόμενη αποξένωση σημαντικών τμημάτων αριστερών διανοουμένων από το θεωρητικό πλαίσιο και πολιτική προοπτική που συνδέεται με τον «κλασσικό Μαρξισμό» του οποίου ο Λέων Τρότσκι ήταν ανάμεσα στους πιο ξεχωριστούς και, σίγουρα, ο τελευταίος μεγάλος εκπρόσωπος.

Δεν είναι δυνατόν αυτή τη στιγμή να παραθέσουμε πλήρως την φιλοσοφική κοσμοθεωρία του Τρότσκι και τις ιδέες του για την πολιτική και τον ανθρώπινο πολιτισμό. Πρέπει όμως να πούμε για χάρη του επιχειρήματος που παρουσιάζεται εδώ, ότι κρίσιμα στοιχεία της κοσμοθεωρίας αυτής περιλάμβαναν μία ασυμβίβαστη αφοσίωση στον φιλοσοφικό υλισμό, πίστη στον νομοτελειακό χαρακτήρα της ιστορικής διαδικασίας, εμπιστοσύνη στην δύναμη της ανθρώπινης λογικής (στην έκταση που η ιδιότητα αυτή εννοείται υλιστικά) και στην ικανότητα της να ανακαλύψει την αντικειμενική αλήθεια και, σε σύνδεση με αυτό, πίστη στον προοδευτικό ρόλο της επιστήμης. Ο Τρότσκι ήταν ντετερμινιστής, αισιόδοξος και διεθνιστής, πεπεισμένος ότι η σοσιαλιστική επανάσταση πήγαζε αναγκαία από τις άλυτες αντιφάσεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Πάνω από όλα, επέμενε πως υπήρχε μία επαναστατική δύναμη στην κοινωνία, η εργατική τάξη, που θα ανέτρεπε το καπιταλιστικό σύστημα και θα έθετε τα θεμέλια για τον παγκόσμιο σοσιαλισμό.

Κανένα από τα στοιχεία αυτά της προοπτικής του κλασσικού Μαρξισμού – λιγότερο από όλα η αισιοδοξία – δεν έχουν επιζήσει μέσα σε κάποιο σημαντικό τμήμα των αριστερών διανοούμενων. Ακόμα και από τη δεκαετία του 1920, η συντριπτική επίπτωση του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου, η κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς, και κάπως αργότερα, στον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης, οι πολιτικές ήττες που υπόστηκε η εργατική τάξη στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη στην Μαρξιστική θεώρηση και προοπτική ανάμεσα σε σημαντικά τμήματα των αριστερών μικροαστών διανοούμενων. Ήδη από το 1926, η μετωπική επίθεση του Χέντρικ ντε Μαν στον Μαρξισμό, με το βιβλίο του Η Ψυχολογία του Σοσιαλισμού, έδωσε φωνή στον αυξανόμενο σκεπτικισμό ανάμεσα στους αριστερούς διανοούμενους για την υλιστική εξήγηση της διαμόρφωσης της πολιτικής συνείδησης και την αποτελεσματικότητα της Μαρξιστικής πολιτικής πρακτικής. Η εμπιστοσύνη του Μαρξισμού στο επαναστατατικό αποτέλεσμα που είχαν οι αντικειμενικές κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες πάνω στην μαζική συνείδηση της εργατικής τάξης, υποστήριζε ο ντε Μαν, ήταν άστοχη. Οι λογικά βασισμένες εκκλήσεις των Μαρξιστών σε αντικειμενικά ταξικά συμφέροντα ήταν ανεπαρκείς σαν μέσο προσέλκυσης της εργατικής τάξης στον σοσιαλισμό. Πολλά από τα επιχειρήματα που πρότεινε ο Ντε Μαν βρήκαν αργότερα το δρόμο τους στα γραπτά των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Η νίκη του Χίτλερ το 1933, οι Δίκες της Μόσχας, η ήττα της Ισπανικής Επανάστασης και, τέλος, το Σύμφωνο Στάλιν-Χίτλερ ολοκλήρωσαν την πολιτική αποθάρρυνση των αριστερών διανοουμένων. Η βασική προοπτική του σοσιαλισμού, είχε, όπως πίστευαν, δυσφημιστεί. Η εργατική τάξη είχε αποτύχει. Δεν υπήρχε επαναστατικός υποκειμενικός παράγοντας στην σύγχρονη κοινωνία. Ο Τρότσκι σε ένα από τα τελευταία μεγάλα του δοκίμια, κατανόησε τις συνέπειες τέτοιων επιχειρημάτων: «Αν δεχτούμε πως η αιτία των ηττών είναι ριζωμένη στις κοινωνικές ιδιότητες του ίδιου του προλεταριάτου, τότε θα πρέπει να αναγνωριστεί πως η θέση της σύγχρονης κοινωνίας είναι χωρίς καμμία ελπίδα.» (12) Μόλις επτά χρόνια αργότερα στο βιβλίο τους, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, ο Μαξ Χορκχάιμερ και ο Θεοντόρ Αντόρνο, ήρθαν ακριβώς στο ίδιο συμπέρασμα.

Δεν φαίνεται σαν υπερβολή όταν λέμε πως οι διανοούμενοι έμειναν συγκλονισμένοι και εξαντλημένοι από τις τραγωδίες του εικοστού αιώνα: δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, φασισμός, η προδοσία του σοσιαλισμού από τον Σταλινισμό, και η παρατεταμένη παράλυση του εργατικού κινήματος κάτω από το βάρος της γραφειοκρατίας. Την απαισιοδοξία διαδέχτηκε κατόπιν ο κυνισμός και ο εφησυχασμός. Παραδόξως, το ξεπέρασμα της διανοητικής αποθάρρυνσης θα απαιτούσε μία συστηματική έρευνα των αιτίων για τις ήττες του παρελθόντος, και αυτό θα αξίωνε, με την σειρά του, την εξέταση των ιδεών του Τρότσκι και της μεγάλης σχολής του Κλασσικού Μαρξισμού. Όμως οι αντικειμενικές συνθήκες, ενσωματωμένες μέσα στην μακρά μεταπολεμική οικονομική επέκταση του καπιταλισμού, δούλευαν ενάντια σε μια τέτοια εξέταση.

Ποιές είναι λοιπόν οι προοπτικές για μία επανεξέταση των ιδεών του Τρότσκι; Καθώς διατυπώνουμε την απάντηση μας στο ερώτημα αυτό, είναι πιστεύω καλύτερο να χρησιμοποιήσουμε την προσέγγιση του ίδιου του Τρότσκι. Ο Τρότσκι επέμενε στην κατανόηση των μεταπτώσεων της δικιάς του ζωής μέσα στο πλαίσιο της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής επανάστασης μέσα στην Ρωσία, την Ευρώπη και τον κόσμο σε όλο του το σύνολο. Αξιολογώντας τις μεταβολές στην δική του μοίρα, ο Τρότσκι δήλωσε πως δεν έβλεπε κάποια προσωπική τραγωδία, αλλά μάλλον διαφορετικά στάδια στο αντιφατικό ξεδίπλωμα της διεθνούς σοσιαλιστικής επαναστάσης. Η άνοδος του επαναστατικού κύματος έφερε τον Τρότσκι στην εξουσία. Η υποχώρηση του τον οδήγησε στην εξορία.

Έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που ο Μαρξισμός, όπως ο Τρότσκι θα καταλάβαινε τον όρο αυτό, έχει παίξει κάποιο σημαντικό ρόλο στη ζωή της εργατικής τάξης. Αυτές ήταν δεκαετίες καπιταλιστικής οικονομικής σταθερότητας και σημαντικής ανάπτυξης. Η ταξική πάλη, στο σημείο που εκδηλωνόταν καθόλου, περιοριζόταν μέσα σε παραδοσιακά κανάλια, υπό την αστυνομική επιτήρηση των εργατικών γραφειοκρατιών. Τώρα όμως φαίνεται πως η ιστορία έχει πάρει ξαφνικά μία από τις αναπάντεχες στροφές της. Ο κόσμος στον οποίο συναντιόμαστε σήμερα φαίνεται ήδη πολύ διαφορετικός από αυτόν στον οποίο συναντήθηκαν τα μέλη του AAASS πέρυσι στην Νέα Ορλεάνη. Τις τελευταίες εβδομάδες, αναφορές στην Μεγάλη Κρίση της δεκαετίας του 1930 έχουν γίνει κοινοτοπίες. Έχει αναγνωριστεί, ακόμα και από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ότι η κρίση που είναι σε εξέλιξη έχει οδηγήσει τον Αμερικάνικο και τον παγκόσμιο καπιταλισμό στο χείλος της κατάρρευσης. 

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αυτή είναι μία κρίση την οποία ο Λέων Τρότσκι, ο οποίος επινόησε τη φράση «η Επιθανάτια Αγωνία του Καπιταλισμού,» θα είχε κατανοήσει πολύ καλά. Η παλιά θεωρία της «καταστροφής» την οποία περιγέλασαν τόσοι πολλοί αντι-Μαρξιστές δεν φαίνεται πια τόσο αστεία, πόσο μάλιστα περίεργη. 

Σε τελευταία ανάλυση, η κοινωνική ύπαρξη είναι αυτή που καθορίζει την κοινωνική συνείδηση. Εάν, καθώς φαίνεται πολύ πιθανό, η κρίση, καθώς βαθαίνει, επιβάλει στους ιστορικούς την επανεξέταση καθιερωμένων και απαξιωμένων παραδοχών και, ταυτόχρονα, μία πιο κριτική στάση απέναντι στις υπάρχουσες μορφές της κοινωνίας, τότε υποπτεύομαι πως σύντομα θα δούμε την ανανέωση ενός έντονου μελετητικού ενδιαφέροντος για την ζωή και το έργο του Λέων Τρότσκι.

 

(1) Διάλεξη που δόθηκε στο Εθνικό Συνέδριο του Αμερικανικού Σύνδεσμου για την Προώθηση των Σλαβικών Σπουδών (AAASS) στην Φιλαδέλφεια στις 21 Νοέμβρη 2008.

(2) Isaac Deutscher, The Prophet Unarmed (London : Verso, 2003), σελ. vii.

(3) Baruch Knei-Paz, The Social and Political Thought of Leon Trotsky (Oxford: Oxford University Press, 1978), σελ. viii.

(4) Ibid., σελ. xi.

(5) Ibid., σελ. xiii.

(6) David North, Leon Trotsky and the Post-Soviet School of Historical Falsification, (Oak Park: MI: Mehring Books, 2007). Ιδ. επίσης Μέρος ΙΙ.

(7) Stephen Kotkin, Magnetic Mountain (Berkeley: University of California Press, 1995), σελ. 364.

(8) Robert W. Thurston, Life and Terror in Stalin’s Russia 1934-1941 (New Haven: Yale University Press, 1996), σελ. 9.

(9) Ibid., σελ. 26-27

(10) Victor Serge, From Lenin to Stalin (New York: Pathfinder, 1973), σελ. 109.

(11) Walter Benjamin, Selected Writings, Volume 2: 1927-1934 (Cambridge, MA: Belknap Press, 1999), σελ. 477.

(12) Leon Trotsky, “The USSR in War,” στο: In Defense of Marxism (London: New Park, 1971), σελ. 15.

Loading