Είσαι έτοιμος για πυρηνικό πόλεμο;

10 Αυγούστου 2014

Είσαι έτοιμος για πόλεμο - που πιθανώς περιλαμβάνει και πυρηνικό πόλεμο - ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και τη Ρωσία; Αυτό είναι το ερώτημα που όλοι και όλες πρέπει να θέτουν στον εαυτό τους στο φως των εξελίξεων μετά τη συντριβή της πτήσης ΜΗ17 των Μαλαισιανών Αερογραμμών.

Η κρίση που προκλήθηκε από τις κατηγορίες των Αμερικανών και των Ευρωπαίων για ρωσική ευθύνη στην κατάρριψη της πτήσης ΜΗ17 έχει φέρει τον κόσμο εγγύτερα όσο ποτέ σε γενικό πόλεμο από την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962. Αλλά η κατάσταση σήμερα είναι ίσως περισσότερο επικίνδυνη. Πριν από  μισό αιώνα, η κυβέρνηση Κέννεντυ – φοβούμενη έντονα ότι λανθασμένοι υπολογισμοί της μιας ή της άλλης πλευράς θα οδηγούσαν γρήγορα σε αμοιβαία πυρηνικά πλήγματα – επιδίωξε να κρατήσει τις γραμμές επικοινωνίας ανοικτές και να αποφύγει τη δαιμονοποίηση των σοβιετικών ηγετών.

Σήμερα, αντίθετα, η CIA κατευθύνει μια εμπρηστική προπαγανδιστική εκστρατεία ενάντια στη Ρωσία και τον πρόεδρο της, Βλαντιμίρ Πούτιν, μια εκστρατεία που φαίνεται αποφασισμένη να προκαλέσει μιαν άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με την χώρα που έχει το δεύτερο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η CIA έχει κινητοποιήσει όλους τους πόρους και το έμψυχο υλικό που έχει στη διάθεση της – μέσα στις κυβερνήσεις, τα μέσα ενημέρωσης, και μέσα στα πανεπιστήμια – σε μια προσεκτικά ενορχηστρωμένη εκστρατεία με στόχο να δηλητηριάσουν την κοινή γνώμη με αντι-ρωσική υστερία. 

Μέχρι αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει, ακόμη και από μακριά,  μια οριστική εξήγηση της σειράς των γεγονότων που οδήγησαν στη συντριβή της πτήσης ΜΗ17. Παρόλη την τεχνολογία μαζικής παρακολούθησης που έχουν στη διάθεση τους, για την οποία παρέχουν αφειδώς δεκάδες δισεκατομμύρια δολλάρια τον χρόνο, οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ δεν έχουν προσκομίσει την παραμικρή συγκεκριμένη απόδειξη που να στηρίζει τις κατηγορίες για ρωσική ευθύνη.

Αλλά ενώ οι πραγματικές περιστάσεις που περιβάλλουν την καταστροφή της πτήσης ΜΗ17 παραμένουν άγνωστες, οι πολιτικοί σκοποί για τους οποίους χρησιμοποιείται αυτή η τραγωδία έχουν γίνει ολοφάνεροι.

Από την αρχή της εβδομάδας, τα τρία με την πλέον ευρεία απήχηση και κυκλοφορία περιοδικά πληροφόρησης στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία  και τη Γερμανία – Time, The Economist, και Der Spiegel - έχουν δημοσιεύσει κύρια θέματα που συνδυάζουν έξαλλες κατηγορίες εναντίον του Βλαντιμίρ Πούτιν με απαιτήσεις για μια αναμέτρηση με τη Ρωσία.

Το πιο χτυπητό και ξεκάθαρο χαρακτηριστικό αυτών των κυρίων θεμάτων είναι ότι όλα είναι σχεδόν απαράλλαχτα. Η CIA έχει γράψει τα σενάρια για όλα. Οι ιστορίες χρησιμοποιούν τις ίδιες προσβολές και τις ίδιες επινοήσεις. Καταδικάζουν τον «ιστό από ψέματα» του Πούτιν. Ο Ρώσος πρόεδρος παρουσιάζεται σαν ένας «εξαχρειωμένος» μαζικός εγκληματίας.

Πώς πρέπει να εννοήσει ο Ρώσος πρόεδρος τη χρήση αυτού του είδους γλώσσας στα περιοδικά πληροφόρησης με την πλέον ευρεία απήχηση; Είναι στο στόχαστρο της ίδιας συκοφαντικής εκστρατείας που προηγουμένως κατευθυνόταν ενάντια στον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς της Σερβίας, τον Σαντάμ Χουσεΐν του Ιράκ, τον Μουαμάρ Καντάφι της Λιβύης, και τον Μπασάρ αλ-Ασάντ της Συρίας. Ο Πούτιν σίγουρα γνωρίζει που κατέληξαν αυτές οι προπαγανδιστικές εκστρατείες. Η Σερβία υποτάχθηκε πολιτικά με βόμβες και ο Μιλόσεβιτς μεταφέρθηκε στα γρήγορα στη Χάγη, όπου πέθανε, ανεξήγητα, στη φυλακή. Το Ιράκ δέχτηκε εισβολή και ο Χουσεΐν εκτελέστηκε. Η Λιβύη επίσης δέχτηκε εισβολή, και ο Καντάφι, -  προς μεγάλη τέρψη της Χίλαρι Κλίντον – βασανίστηκε βάναυσα και λυντσαρίστηκε. Όσο για τον Ασάντ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν οργανώσει εναντίον του μια αιματηρή εξέγερση που έχει προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 100.000 Σύριων.

Με δεδομένο αυτό το ιστορικό, δύσκολα θα μπορούσε να κατηγορήσει κανείς τον Πούτιν για παράνοια εφόσον κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαίοι σύμμαχοι τους τον θέλουν νεκρό. Συνεπώς, πρέπει να τεθεί το ερώτημα, ποια επίπτωση θα μπορούσε να έχει αυτή η καλά θεμελιωμένη υποψία στη δική του σειρά ενεργειών καθώς η σύγκρουση κλιμακώνεται;  

Και στα τρία κύρια θέματα των περιοδικών, οι κυβερνήσεις της δυτικής Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών επικρίνονται αυστηρά για την παράλειψη τους να κάνουν κινήσεις εναντίον του Πούτιν και της Ρωσίας. Τα τρία περιοδικά υιοθετούν ένα τόνο οργισμένης ανυπομομησίας με αυτό που κρίνουν σαν ανεπαρκή επιθετικότητα. Όλοι προβάλλουν επιχειρήματα ότι ο καιρός για λόγια έχει τελειώσει. Το Der Spiegel διακηρύσσει «Τα συντρίμμια της πτήσης ΜΗ17 είναι επίσης τα συντρίμμια της διπλωματίας.»

Πώς πρέπει να ερμηνευτεί αυτή η δήλωση; Εφόσον η διπλωματία έχει αποτύχει, δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι επίκειται πόλεμος.

Στο άρθρο του «Στη Ρωσία, Έγκλημα χωρίς Τιμωρία,» το περιοδικό Time επιτίθεται στον Ομπάμα επειδή ζήτησε βοήθεια από τον Πούτιν στην έρευνα για τη συντριβή του αεροσκάφους αντί να απειλήσει άμεσα τη Ρωσία με πόλεμο. Γράφει, «Με λίγα λόγια, αυτή ήταν η κρίση: το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει ο Πούτιν ήταν το περισσότερο που μπορούσε να ζητήσει ο Ομπάμα. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εξάγγειλε καμμία προθεσμία, δεν χάραξε καμμία κόκκινη γραμμή και δεν εξαπέλυσε καμμία απειλή.»

Η επίκληση «προθεσμιών,» «κόκκινων γραμμών,» και «απειλών» είναι η γλώσσα του πολέμου. Πώς αλλιώς θα έπρεπε να ερμηνευτούν αυτές οι λέξεις;

Το Time επιτίθεται στην Ιταλία και τη Γαλλία και ακόμη και στην κυβέρνηση Ομπάμα και τον αμερικανικό λαό για τη μη υποστήριξη της εχθρότητας ενάντια στη Ρωσία: «Ο Πούτιν δεν έχει λόγο να ανησυχεί πολύ όταν βλέπει τις δυνάμεις που έχουν παραταχθεί εναντίον του. Ο Ομπάμα, ως ηγέτης ενός έθνους κουρασμένου από τον πόλεμο, έχει αποκλείσει όλες τις στρατιωτικές επιλογές, συμπεριλαμβανόμενης της προμήθειας όπλων στην Ουκρανία.» Ξεκάθαρα, το Time θέλει να προωθήσει τις στρατιωτικές επιλογές.

Στο κύριο θέμα του, με τίτλο «Ένας ιστός από ψέματα,» το περιοδικό Economist ακολουθεί το ίδιο σενάριο, κατηγορώντας τη Δύση για διστακτικότητα. «Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί ισχυρίζονται ότι θέλουν να κρατήσουν τις διπλωματικές οδούς ανοικτές, εν μέρει επειδή οι οικονομικές κυρώσεις θα υπονόμευαν τα εμπορικά τους συμφέροντα. Η Βρετανία καλεί για οικονομικές κυρώσεις, αλλά είναι απρόθυμη να βλάψει την επικερδή ρωσική οικονομική παρουσία στο Σίτυ του Λονδίνου. Η Αμερική μιλάει με σκληρή γλώσσα αλλά δεν έχει κάνει τίποτε καινούργιο.»

Η συντονισμένη εκστρατεία στα μέσα ενημέρωσης παράγει ήδη το επιθυμητό αποτέλεσμα. Την Τρίτη η κυβέρνηση Ομπάμα και η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσαν ότι είχαν συμφωνήσει σε μια νέα σειρά σκληρότερων οικονομικών κυρώσεων. Αυτά τα μέτρα ερμηνεύονται σαν μεταβατικά μέτρα προς αυτό που ο αρθρογράφος των Financial Times Βόλφγκαγκ Μούντσαου περιγράφει ως την «Ατομική Βόμβα του Οικονομικού Πολέμου.» Το άρθρο του Μούντσαου δημοσιεύτηκε όχι μόνο στους Financial Times αλλά επίσης στο Der Spiegel.

Με ένα συνδυασμό στρατιωτικών απειλών και οικονομικής ασφυξίας, οι ΗΠΑ και η ΕΕ κινούνται για να αποσταθεροποιήσουν πολιτικά τη Ρωσία. Όπως οι συνεχείς αναφορές τους στους Ρώσους ολιγάρχες κάνουν φανερό, ελπίζουν ότι οι οικονομικές κυρώσεις θα ενθαρρύνουν μια συνωμοσία για την ανατροπή ή και τη δολοφονία του Πούτιν. Το καθεστώς στο οποίο αποβλέπει η Ουάσιγκτον θα μετάτρεπε τη Ρωσία σε ένα νεο-αποικιακό προτεκτοράτο, εντελώς υποταγμένο πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.

Φυσικά, εφόσον ο Πούτιν άλλαζε πορεία και προσαρμοζόταν στις αμερικανικές απαιτήσεις η εκστρατεία στα μέσα ενημέρωσης θα έκανε τις αναγκαίες προσαρμογές. Ωστόσο, τα γεγονότα μπορούν να πάρουν μια τροπή που κανένα σενάριο της CIA δεν μπορεί να προβλέψει. 

Η απερισκεψία μιας πολιτικής αποσταθεροποίησης της Ρωσίας, μια δύναμη που ελέγχει το δεύτερο σε μέγεθος πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, είναι τρομακτική. Καθώς στρατιωτικές δυνάμεις έχουν τεθεί σε συναγερμό σε όλη την ανατολική Ευρώπη και την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, και ουκρανικές και ρωσικές δυνάμεις ανταλλάσσουν βολές πυροβολικού κατα μήκος των συνόρων τους, ο κίνδυνος ενός λανθασμένου υπολογισμού μεγαλώνει κάθε μέρα.

Όποιο και να είναι το βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των σχεδίων που επιδιώκουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις οδηγούν αδυσώπητα προς τον πόλεμο με κατακλυσμικές συνέπειες. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη είναι ότι λαμβάνονται αποφάσεις στα παρασκήνια, ενώ ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων είναι, ως επί το πλείστο, απληροφόρητος για τους τεράστιους κινδύνους που αντιμετωπίζει ο παγκόσμιος πληθυσμός.

Αυτή την εβδομάδα συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τότε που μικρές κλίκες υπουργών, μοναρχών και οικονομικών συμφερόντων σε όλη την Ευρώπη ξεκίνησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η απόφαση τους να διακινδυνεύσουν τα πάντα για τη νίκη στον πόλεμο οδήγησε σε θανάτους που ανέρχονταν σε δεκάδες εκατομμύρια. Σήμερα, παρόμοιες δυνάμεις θέτουν σε κίνηση μια δυναμική προς ένα ολοκαύτωμα που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή του πλανήτη.

Δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσει η ορμητική κίνηση προς τον πόλεμο εκτός μέσα από την πολιτικά συνειδητή παρέμβαση της εργατικής τάξης. Όποιος πιστεύει ότι ένας πυρηνικός πόλεμος είναι αδύνατος επειδή οι σύγχρονες κυβέρνησεις, αντίθετα προς εκείνες που ήταν στην εξουσία το 1914, δεν θα διακινδύνευαν τον όλεθρο, αυταπατάται. Αντίθετα, τα σημερινά καθεστώτα είναι ακόμη περισσότερο ανεύθυνα. Περικυκλωμένα από αυξανόμενα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα για τα οποία δεν έχουν καμμία προοδευτική λύση, θεωρούν όλο και περισσότερο ότι αξίζει να διατρέξουν τον κίνδυνο ενός πολέμου.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Διεθνής Επιτροπή της Τέταρτης Διεθνούς επιμένει για την άμεση αναγκαιότητα του χτισίματος ενός διεθνούς αντιπολεμικού, αντι-ιμπεριαλιστικού και αντικαπιταλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης.

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε  αρχικά στις 30 Ιουλίου 2014)

Ντέιβιντ Νορθ και Άλεξ Λαντιέ