Η Μετά-Σοβιετική Σχολή Ιστορικής Πλαστογραφίας

4. Όταν Λέγονται Ψέματα Ενάντια στην Ιστορία

22 Οκτωβρίου 2012

Ο Θάτσερ για το ανέφικτο της επανάστασης

Υπάρχουν δύο αλληλένδετα επιχειρήματα που προβάλλει ο Θάτσερ επανειλημμένα στη βιογραφία του: 1) Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύει κανείς ότι η Ρωσική ή η Ευρωπαϊκή ιστορία θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά αν ο Τρότσκι είχε επικρατήσει αντί του Στάλιν· και 2) Οι κριτικές του Τρότσκι για τον Στάλιν ήταν, στο σύνολο τους, άδικες. Για την οικονομική πολιτική ο Θάτσερ δηλώνει, «Φυσικά, αν ο Τρότσκι, ακόμα και ως εκ θαύματος, είχε μπορέσει να αρπάξει τα ηνία της εξουσίας, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να αμφιβάλλει κανείς εάν οι πολιτικές του προγράμματος του θα είχαν την επιτυχία που υπόσχονταν. Μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει, για παράδειγμα, εάν η Σοβιετική οικονομία κάτω από την διεύθυνση του Τρότσκι θα είχε παρουσιάσει βιομηχανική επέκταση και βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο.» (84)

Ναι, «μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει» οτιδήποτε. Το θέμα όμως δεν είναι εάν κάποιος μπορεί να προσδιορίσει, με πλήρη βεβαιότητα, την πιθανότητα της επιτυχίας του προγράμματος της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Η βεβαιότητα δεν είναι ποτέ εφικτή, ούτε είναι αυτό το θέμα. Το πραγματικό ερώτημα είναι: Επέδειξε η Αριστερή Αντιπολίτευση σημαντικά μεγαλύτερη κανανόηση των προβλημάτων της Σοβιετικής οικονομίας από την Σταλινική ηγεσία και μεγαλύτερη διορατικότητα από την γραφειοκρατία στην πρόβλεψη προβλημάτων και στην εισήγηση βελτιωτικών ενεργειών προτού έρθει η καταστροφή; Στα δύο αυτά κρίσιμα ερωτήματα, μπορούμε σαφέστατα να απαντήσουμε καταφατικά. Σε αυτή τη βάση, μπορούμε στην συνέχεια να διερωτηθούμε εάν – με βάση μία πιο έγκαιρη ανταπόκριση στους διαφαινόμενους κινδύνους και την αποφυγή των χειρότερων τους επιπτώσεων – είναι εύλογο να πιστεύουμε ότι η σοβιετική οικονομία θα είχε πετύχει περισσότερα με πολύ λιγότερες ανθρώπινες θυσίες. Και εδώ η απάντηση είναι φανερά ναι. Ο Θάτσερ ποτέ δεν διευρευνά τα θέματα με αυτό τον τρόπο. Δεν κάνει καμμία αναφορά στο λεπτομερές πρόγραμμα που παρουσίασε η Αριστερή Αντιπολίτευση το 1927. Αντί αυτού, μας αφήνει με ένα παράξενο είδος μοιρολατρείας το οποίο μετατρέπεται σε ιστορική απολογία για τον Στάλιν και τον Σταλινισμό. Ο Θάτσερ εφαρμόζει την ίδια προσέγγιση σε κάθε σημαντικό θέμα διεθνούς επαναστατικής πολιτικής.

Στρέφοντας την προσοχή του προς την καταστροφική ήττα της Κινέζικης Επανάστασης το 1927, στην οποία η υπόταξη του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) από τον Στάλιν στο αστικό Κουόμιντανγκ του Τσανγκ Κάι-Τσεκ έπαιξε κύριο ρόλο, ο Θάτσερ ισχυρίζεται πως «ακόμα και αν το ΚΚΚ είχε εγκαταλείψει το Κουόμιντανγκ το 1926, δεν υπάρχουν αποδείξεις που να υποδηλώνουν πως θα είχε δει μεγαλύτερες επιτυχίες το 1927.» (85) Ποιές ‘αποδείξεις’ έχει αξιολογήσει ο Θάτσερ; Σε ποιο σημείο του έργου του έκανε έρευνα πάνω στα γεγονότα του 1925-27; Υπάρχει πλούσιο υλικό σε δημοσιευμένα πολιτικά και ιστορικά έργα, των οποίων σημαντικό μέρος γράφτηκε από Κινέζους επαναστάτες που ανέλυσαν τις καταστροφικές επιπτώσεις της πολιτικής του Στάλιν την περίοδο 1925-1927.

Δεν υπάρχει καμμία απόδειξη ότι ο Θάτσερ είναι εξοικειωμένος στο παραμικρό με τα έργα αυτά. Είναι ιστορικό γεγονός ότι η σφαγή των εργατών της Σαγκάης από τον Τσανγκ Κάι-Τσεκ τον Απρίλη του 1927 διευκολύνθηκε από την παράλειψη του Κομμουνιστικού Κόμματος να λάβει αμυντικά μέτρα που θα μπορούσαν είτε να προλάβουν την επίθεση ή τουλάχιστον να επιτρέψουν στα στελέχη του να την αποκρούσουν. Η παθητικότητα του ΚΚΚ υπαγορευόταν από την επιμονή του Στάλιν να αποφύγουν οι Κινέζοι κομμουνιστές την αντιπαράθεση με τον Τσανγκ και το αστικό Κουόμιντανγκ. Για σχεδόν ένα χρόνο, ο Τρότσκι και η Αριστερή Αντιπολίτευση προειδοποιούσαν για τους αυτοκαταστροφικούς κινδύνους που θα προέκυπταν από μία τέτοια πολιτική. Η προβολή του ισχυρισμού ότι δεν θα είχε κάνει καμμία διαφορά, ακόμα και αν είχαν παρθεί έγκαιρα μέτρα σύμφωνα με τις προειδοποιήσεις τους, αντιστοιχεί με την εξύψωση της απελπισίας στο επίπεδο της αμετάβλητης ιστορικής κατάστασης, τουλάχιστο όσο αφορά την σοσιαλιστική επανάσταση.

Στο θέμα της Γερμανίας, ο Θάτσερ επιχειρηματολογεί με παρόμοιο τρόπο. «Υπάρχει μία ορισμένη γοητεία στην αναφορά του Τρότσκι για τα χοντρά λάθη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και την πιθανότητα ότι εάν οι Γερμανοί Κομμουνιστές είχαν υιοθετήσει διαφορετική τακτική ο θρίαμβος του Χίτλερ θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί,» γράφει ο Θάτσερ. «Η υποστήριξη που έχει λάβει η επιχειρηματολογία αυτή σε μεταγενέστερες μελέτες δεν είναι καθόλου επληκτική. Στα κάτω κάτω ποιός δεν θα ευχόταν το Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (NSDAP) να μην είχε έρθει ποτέ στην εξουσία; Ωστόσο, είναι δυνατό παρόλα αυτά να αμφισβητηθεί εάν η ιστορία θα ήταν τόσο διαφορετική αν ο Τρότσκι είχε μεγαλύτερη επιρροή πάνω στα γεγονότα. ... Ο Τρότσκι υπερεκτίμησε την δύναμη των εργατών και υποτίμησε την δύναμη του φασισμού. Είναι πιθανό πως ο Χίτλερ θα ερχόταν στην εξουσία ακόμα και ενάντια σε ένα συνασπισμό των κομμουνιστών και των σοσιαλδημοκρατών (SPD). ... Μία αλλαγή στις πολιτικές του KPD καθώς απαιτούσε ο Τρότσκι μπορεί να μην ήταν αρκετή για να εμποδίσει την είσοδο του NSDAP στην κυβέρνηση.» (86)

Ο κρίσιμος ρόλος που έπαιξαν οι καταστροφικές πολιτικές των δύο κύριων εργατικών κομμάτων – το KPD και το SPD – στην διευκόλυνση της νίκης του Χίτλερ δεν αποτελεί θέμα σοβαρής ιστορικής αμφισβήτησης. Υπάρχουν βέβαια πολλά ερωτήματα για τους λόγους που τα κόμματα αυτά ακολούθησαν τέτοιες ολέθριες και αυτοκαταστροφικές πολιτικές. Είναι όμως τόσο κοντά στην ιστορική βεβαιότητα όσο είναι δυνατό, ότι τα κόμματα της εργατικής τάξης, παρά τα εκατομμύρια μέλη τους, ακολούθησαν πολιτικές οι οποίες τελικά τα οδήγησαν σε πλήρη πολιτική ανικανότητα. Το να δηλώσει κανείς ότι η δράση ή η αδράνεια των δύο μαζικών κομμάτων δεν θα είχε καμμία απολύτως επίπτωση στο αποτέλεσμα του πολιτικού αγώνα στη Γερμανία, ότι ο Χίτλερ θα είχε υπερισχύσει ό,τι και να γινόταν, καθιστά πολιτικά και ιστορικά άσχετο οτιδήποτε έχει να κάνει με το κίνημα της εργατικής τάξης και την σοσιαλιστική πολιτική. Αυτό είναι το συμπέρασμα που αναπόφευχτα απορρέει από το επιχείρημα του Θάτσερ. (87)

Παρόλο που ο Θάτσερ επιμένει επανειλημμένα ότι η υιοθέτηση των πολιτικών του Τρότσκι δεν θα είχαν κάνει καμμία απολύτως διαφορά, εξακολουθεί να επιχειρηματολογεί ενάντια στις κριτικές του Τρότσκι για τον Στάλιν. Είναι τόσο ακλόνητος στην εχθρότητα του προς τον Τρότσκι και στην συμπάθεια του για τον Στάλιν που δεν μπορεί παρά να σκεφτεί κανείς ότι το έργο του υποκινείται από έναν αδήλωτο πολιτικό στόχο. Πριν από πολλά χρόνια, στο δικαίως περίφημο βιβλίο του Τι Είναι η Ιστορία;, o E. X. Καρρ συμβουλεύει πως πρέπει να ακούει κανείς προσεχτικά τις μέλισσες που βουίζουν στην σκούφια του κάθε ιστορικού. Οι μέλισσες στην σκούφια ενός καλού ιστορικού εκπέμπουν έναν ευχάριστο και εκλεπτυσμένο ήχο ο οποίος εναρμονίζεται όμορφα με το ιστορικό υλικό που συνοδεύει. Όμως οι μέλισσες στην σκούφια του κ. Θάτσερ εκπέμπουν έναν πολύ δυνατό, παράφωνο και μεροληπτικό ήχο, κάπως σαν Σταλινικές σφήκες. Δεν με απασχολούν εδώ οι πολιτικές αντιλήψεις του Θάτσερ – τις οποίες δικαιούται να έχει προσωπικά – αλλά ο χειρισμός του των ιστορικών γεγονότων. Οι μέλισσες (ή ακόμα και οι σφήκες) γίνονται σοβαρό πρόβλημα μόνο όταν ο βόμβος τους είναι τόσο δυνατός που δεν μπορεί κανείς να ακούσει την ιστορία.

Ο Θάτσερ υπερασπίζεται τον Στάλιν

Υπερασπίζοντας τον Στάλιν ενάντια στην κριτική του Τρότσκι, ο Θάτσερ δηλώνει πως «η θέση [του Τρότσκι] για μία Σταλινική προδοσία της παγκόσμιας επανάστασης είναι τόσο μονόπλευρη όσο και μη πειστική. Αγνοεί, για παράδειγμα, τις θετικές πλευρές της τακτικής του Λαϊκού Μετώπου, που ήταν εμφανείς στην επέκταση της υποστήριξης και της επιρροής των κομμουνιστικών κομμάτων.» (88) Στο σημείο αυτό, καθώς ο καθηγητής Θάτσερ πλησιάζει τον επίλογο της βιογραφίας του, η διάκριση ανάμεσα στην ιστοριογραφία και τις παραταξιακές πολεμικές έχει εξαλειφθεί. Η προσποίηση συγγραφής βιογραφίας στην ουσία εγκαταλείπεται και ο αναγώστης τρέφεται με αυτό που κάποτε ήταν γνωστό σαν η Σταλινική κομματική γραμμή. Ο Θάτσερ εγκωμιάζοντας τις Σταλινικές «επιτυχίες» της εποχής του Λαϊκού Μετώπου, αγνοεί την ανάλυση του Έβδομου Συνέδριου της Κομιντέρν το 1935 από τον Τρότσκι, το οποίο (Συνέδριο) εφάρμοσε – μετά τις καταστροφές του υπεραριστερισμού της Σταλινικής «Τρίτης Περιόδου» - την μετατόπιση προς συμμαχίες με αστικά κόμματα. Ο Θάτσερ δεν αναφέρει καθόλου την εκτίμηση του Τρότσκι ότι η υιοθέτηση του Λαϊκού Μετωπισμού υποδήλωνε την αποκήρυξη κάθε δεσμού της Κομιντέρν με την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης – μία εξέλιξη ριζωμένη στα συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής του Σταλινικού καθεστώτος στην ΕΣΣΔ. Η εκτίμηση αυτή, πρέπει να επισημάνουμε, υποστηρίζεται από τον Ε. Χ. Καρρ στο Λυκόφως της Κομιντέρν. (89)

Στη συνέχεια ο Θάτσερ γράφει, «Ωστόσο, δεν υπάρχουν επίσης αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του Τρότσκι ότι οι τακτικές της Κομιντέρν εξαρτιόνταν από τις απαιτήσεις της σοβιετικής διπλωματίας.» (90) Εδώ ο Θάτσερ επιχειρηματολογεί όχι μόνο ενάντια στον Τρότσκι, αλλά και ενάντια στο συντριπτικό βάρος των ιστορικών αποδεικτικών στοιχείων. Ένας συγγραφέας που προβάλλει ένα τέτοιον ισχυρισμό χάνει κάθε δικαίωμα να ληφθεί σοβαρά σαν ιστορικός. Πως θα εξηγούσε ο Θάτσερ την απότομη αλλαγή στις πολιτικές των Κομμουνιστικών Κομμάτων σε όλο τον κόσμο, μετά την διαπραγμάτευση του Συμφώνου Στάλιν-Χίτλερ τον Αύγουστο του 1939; Υπάρχει επίσης το θέμα της φυσικής εξόντωσης μεγάλου αριθμού ηγετικών μελών των εθνικών Κομμουνιστικών Κομμάτων στην διάρκεια του Σταλινικού Τρόμου το 1937-1939. Σχεδόν ολόκληρη η ηγεσία του Πολωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος εξολοθρεύτηκε, επειδή ο Στάλιν την θεωρούσε ευάλωτη σε Τροτσκιστικές επιρροές. Μεγάλα τμήματα της παλιάς ηγεσίας του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που είχε ξεφύγει από τον Χίτλερ αποδρώντας στην ΕΣΣΔ, εκτελέστηκαν στην Μόσχα στην διάρκεια του Τρόμου. Ο Γενικός Γραμματέας του KPD, Έρνστ Τέλμαν, ο οποίος είχε συλληφθεί από τους Ναζί, εγκαταλείφθηκε από τον Στάλιν, ο οποίος αρνήθηκε την ευκαιρία να παραδοθεί ο Τέλμαν σε Σοβιετική κράτηση μετά την υπογραφή του Συμφώνου με τον Χίτλερ. Ο Τέλμαν πέθανε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ηγεσία που ξεπρόβαλε από την Σοβιετική εξορία το 1945 για να αναλάβει τον έλεγχο αυτού που επρόκειτο να γίνει το κράτος της Ανατολικής Γερμανίας αποτελούνταν από άτομα που είχαν κρατηθεί στην ζωή από τον Στάλιν – συχνά με τίμημα την καταγγελία των συντρόφων τους στο KPD. Δεν αποτελούν όλα αυτά μία μορφή υποταγής των Κομμουντιστικών Κομμάτων στις επιταγές του Σοβιετικού καθεστώτος;

Μια κατανόηση της διάχυτης σοβιετικής επιρροής στις πολιτικές της Κομιντέρν απαιτεί την εξέταση των δραστηριοτήτων της Γκε Πε Ου (η οποία εξελίχθηκε στο NKVD), της μυστικής αστυνομίας του Σταλινικού καθεστώτος. Ο Τρότσκι εξέτασε το θέμα αυτό λεπτομερώς σε ένα από τα τελευταία του άρθρα, «Η Κομιντέρν και η Γκε Πε Ου,» το οποίο ολοκλήρωσε σχεδόν δύο εβδομάδες πριν την δολοφονία του από Σταλινικό πράκτορα. (91) Αναφέροντας την μαρτυρία του Βάλτερ Κριβίτσκι, ο οποίος αυτομόλησε από την Γκε Πε Ου και του Μπέντζαμιν Γκίτλοου, ένα πρώην ηγετικό μέλος του Αμερικάνικου Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Τρότσκι τεκμηρίωσε τον έλεγχο που ασκούσαν οι πράκτορες της Γκε Πε Ου πάνω στις Σταλινικές οργανώσεις. Συμπεριέλαβε μια ανάλυση των χρηματικών συναλλαγών, αποδείχνοντας τον τρόπο με τον οποίο οι ροές χρήματος χρησιμοποιήθηκαν για την διεύθυνση και τον έλεγχο των τοπικών Σταλινικών Κομμάτων. Επίσης απέδειξε την οικονομική εξάρτηση των κομμάτων αυτών από χρήματα που στέλνονταν από την Μόσχα. Ο Θάτσερ δεν εξετάζει, αναλύει ή απαντά σε αυτό το έγγραφο – την τελευταία σημαντική δήλωση γραμμένη από τον Τρότσκι πριν τον θάνατο του στις 21 Αυγούστου 1941. Απλά την αγνοεί.

Ο Θάτσερ επίσης εκπονεί μία φλογερή υπεράσπιση του Στάλιν σε ένα άλλο μέτωπο. Γράφει ότι, «Ο Τρότσκι τελικά υποτίμησε σαφώς την ικανότητα της ΕΣΣΔ να αντέξει σε μία κήρυξη πολέμου από την Γερμανία, που τελικά πραγματοποιήθηκε τον Ιούνη του 1941. Ο Στάλιν αποδείχτηκε ικανός πολεμικός ηγέτης, παραμένοντας σταθερός στο πηδάλιο μέσα στην αρχική σύγχυση που περιέβαλλε τις πρώτες στιγμές της γερμανικής επίθεσης.» (92) Δύο θέματα θίγονται εδώ: πρώτο, η εκτίμηση του Τρότσκι για την αντοχή της Σοβιετικής Ένωσης σε περίπτωση πολέμου· δεύτερο, ο ρόλος του Στάλιν σαν πολεμικού ηγέτη. Δεν παραθέτει τίποτα από την εξαιρετικά διεξοδική δήλωση του Τρότσκι για την δύναμη αντίστασης της Σοβιετικής Ένωσης σε περίπτωση πολέμου. «Ο Κόκκινος Στρατός,» που γράφτηκε από τον Τρότσκι τον Μάρτη του 1934, κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που του αποδίδει ο Θάτσερ. «Αυτός που μπορεί και θέλει να διαβάσει τα βιβλία της ιστορίας,» έγραψε ο Τρότσκι, «θα καταλάβει σύντομα πως αν η Ρωσική Επανάσταση, η οποία παλινδρομεί για τριάντα σχεδόν χρόνια – από το 1905 – αναγκαστεί να κατευθύνει το ρεύμα της στην κοίτη του πολέμου, θα εξαπολύσει μια τρομερή και συντριπτική δύναμη.» (93) Η δήλωση αυτή κάθε άλλο παρά πληρεί τις προϋποθέσεις σαν υποεκτίμηση της ΕΣΣΔ.

Όσο για τον ιδιαίτερο φόρο τιμής του Θάτσερ προς τον Στάλιν σαν πολεμικού ηγέτη, είναι αξιοπερίεργο ότι επιλέγει να αναφερθεί ειδικά στην δραστηριότητα του «τις πρώτες στιγμές της Γερμανικής επίθεσης.» Σίγουρα γνωρίζει πως υπάρχουν πολλά ερωτήματα γύρω από την αντίδραση του Στάλιν στην Γερμανική εισβολή στις 22 Ιούνη 1941. Σε πολυάριθμα βιβλία, συμπεριλαμβανόμενων και των απομνημονευμάτων ηγετικών Σοβιετικών αξιωματούχων, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο Στάλιν ήταν συναισθηματικά συντετριμμένος από την είδηση της εισβολής, η οποία ξεσκέπασε την πλήρη χρεωκοπία του διπλωματικού του παιχνιδιού με τον Χίτλερ και έφερε την ΕΣΣΔ αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο της πλήρους καταστροφής. Ο Θάτσερ δεν είναι απληροφόρητος για αυτό και συμπεριλαμβάνει μια υποσημείωση στην οποία δηλώνει: «Αρκετά βιβλία ισχυρίζονται πως όταν η Γερμανία εισέβαλε στην ΕΣΣΔ ο Στάλιν πανικοβλήθηκε και ότι η ανατροπή του θα μπορούσε να ήταν εφικτή ... Οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν διαψευσθεί πειστικά από τον Σ. Τζ. Μέιν στο άρθρο του ‘Ο Στάλιν το 1941.’» (94)

Ο ισχυρισμός ότι η αντιπαράθεση γύρω από τις δραστηριότητες του Στάλιν στον απόηχο της Γερμανικής εισβολής έχει «διαψευσθεί πειστικά» από το σύντομο δισέλιδο άρθρο του καθηγητή Μέιν, το οποίο απλά σχολιάζει ένα πολύ μεγαλύτερο άρθρο ενός άλλου ιστορικού, είναι παρωδία επιστημονικής κρίσης και μία άσκηση πολιτικής απολογίας. (95) Επιπλέον, το θέμα του τί έκανε ή δεν έκανε ο Στάλιν την τελευταία εβδομάδα του Ιούνη του 1941, μετά την εισβολή των Ναζί, είναι δευτερεύουσας σημασίας στην αξιολόγηση της ευθύνης του για την καταστροφή που κατέκλυσε την Σοβιετική Ένωση. Οι τρομερές ανθρώπινες απώλειες που υπέστη ο σοβιετικός λαός ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των πολιτικών και των πράξεων του Στάλιν: η δολοφονία των ηγετικών στραταρχών και στρατηγών, όπως οι Τουχατσέφσκι, Γιακίρ, Γκαμαρνίκ, Μπλούχερ, Γιεγκόρωφ και Πριμακώφ· η εξόντωση του 75 τοις εκατό των αξιωματικών του Κόκκινου Στρατού· η σφαγή των πιο εκλεκτών εκπροσώπων των σοσιαλιστών διανοούμενων και της εργατικής τάξης· η συστηματική αποδιοργάνωση και εξάρθρωση της σοβιετικής άμυνας ώστε να μην προκληθεί ο Χίτλερ· η άρνηση δράσης ενάντια στην, σύμφωνα με μυστικές πληροφορίες, επικείμενη γερμανική εισβολή κτλ. Υπάρχουν άφθονα ντοκουμέντα για όλα αυτά σε αναρίθμητα βιβλία και επιστημονικά άρθρα. Όμως ο Θάτσερ τα αγνοεί και διακηρύσσει ότι ένα δισέλιδο σχόλιο σε ένα περιοδικό τακτοποιεί το ζήτημα του ρόλου του Στάλιν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. (96)

Γιατί ο Θάτσερ χρησιμοποιεί το όνομα «Μπρόνσταϊν»; 

Κάτω από το συσσωρευόμενο βάρος της πλαστογράφησης της ζωής του Τρότσκι και της αδέξιας απολογητικής για τον Στάλιν, οι προθέσεις του ίδιου του συγγραφέα εμφανίζονται όλο και πιο αμφιλεγόμενες, όχι μόνο από διανοητική άποψη αλλά και από ηθική. Από αυτή την άποψη, είναι αναγκαίο να επισημάνω τις επανειλημμένες αναφορές του Θάτσερ στον Τρότσκι και στην γυναίκα του Νατάλια Σέντοβα σαν «οι Μπρόνσταϊν.» Σημείωσα τουλάχιστον εννέα περιπτώσεις όπου ο Θάτσερ αναφέρεται στο ζευγάρι με αυτόν τον τρόπο, συνήθως καθώς περιγράφει την ιδιωτική ρύθμιση της διαβίωσης τους ή την μετακίνηση τους από ένα μέρος εξορίας σε κάποιο άλλο. Ο Θάτσερ μας λέει ότι «οι Μπρόνσταϊν ζούσαν κυρίως με δανεικά στην Βιέννη» (σ. 52)· «Τελικά επιτράπηκε στους Μπρόνσταϊν να πάνε στην Βαρκελώνη» (σ. 77)· «οι Μπρόνσταϊν οδηγήθηκαν πέρα από τα σύνορα» (σ. 164)· η Πρίγκηπος «παρείχε στέγη για το πλείστο της διαμονής των Μπρόνσταϊν» (σ. 165)· «στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι Μπρόνσταϊν είχαν τουλάχιστον δώδεκα διευθύνσεις με ποικίλες περιόδους ενοικίασης» (σ.188)· «Η μετακίνηση στη Βόρεια Αμερική, όπου οι Μπρόνσταϊν έφτασαν στα μέσα του Γενάρη του 1937...» (σ. 189), και ούτω καθεξής. Γιατί ο Θάτσερ ταυτίζει τόσο επίμονα τον Τρότσκι και την Σέντοβα με το όνομα «Μπρόνσταϊν»; Πρώτα από όλα, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη βάση για να το κάνει αυτό. Τα δύο άτομα στα οποία αναφέρεται δεν χρησιμοποιούσαν το επώνυμο αυτό. Η γυναίκα του Τρότσκι η Νατάλια ήταν γνωστή με το νόμιμο οικογενειακό της όνομα, Σέντοβα. Τα δύο παιδιά του Λεβ Νταβίντοβιτς και της Νατάλιας – Λεβ και Σεργκέι – χρησιμοποιούσαν το όνομα Σεντόφ σαν το επώνυμο τους. Ο Τρότσκι, χώρια από το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε ποτέ στον εαυτό του σαν Μπρόνσταϊν μετά το 1902, χρησιμοποιούσε το Σεντόφ σαν το δικό του νόμιμο όνομα.

Αυτό δεν είναι μικρό ζήτημα, όπως θα μπορούσε να φαίνεται αρχικά σε αυτούς που δεν είναι εξοικειωμένοι με τη ζωή του Τρότσκι. Όπως κάθε άλλη πτυχή της ζωής του, ακόμα και το όνομα με το οποίο ταυτιζόταν αυτός και η οικογένεια του πήρε πολιτική σημασία. Τον Γενάρη του 1937, ο Τρότσκι σχολίασε το γεγονός ότι ο Σοβιετικός τύπος, δημοσιεύοντας την σύλληψη του μικρού του γιου με την κατηγορία της πρόκλησης δολιοφθοράς, αναφέρθηκε σε αυτόν σαν Σεργκέι Μπρόνσταϊν.

Ο Τρότσκι έγραψε:

Από το 1902, πάντοτε έφερα το όνομα Τρότσκι. Λόγω της παρανομίας μου, τα παιδιά μου την εποχή του τσαρισμού καταγράφτηκαν με το οικογενειακό όνομα της μητέρας τους – Σεντόφ. Για να μην αναγκαστούν να αλλάξουν το όνομα στο οποίο είχαν συνηθίσει, κάτω από την Σοβιετική εξουσία πήρα για «λόγους οικογενειακής νομοθεσίας» (civic purposes) το όνομα Σεντόφ (σύμφωνα με την Σοβιετική νομοθεσία, ένας σύζυγος μπορεί, όπως είναι γνωστό, να πάρει το όνομα της συζύγου του). Το σοβιετικό διαβατήριο με το οποίο εγώ, η σύζυγος μου, και ο μεγάλος μας γιος σταλθήκαμε στην εξορία εκδόθηκε στο όνομα της οικογένειας Σεντόφ. Συνεπώς, οι γιοί μου δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ το όνομα Μπρόνσταϊν. Γιατί άραγε είναι τώρα αναγκαίο να ανασυρθεί στην επιφάνεια αυτό το όνομα; Η απάντηση είναι φανερή: επειδή ακούγεται Εβραϊκό. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε ότι ο γιός μου κατηγορείται για τίποτα λιγότερο από την απόπειρα σφαγής εργατών. Είναι αυτό πραγματικά τόσο διαφορετικό από το να κατηγορεί κανείς τους Εβραίους για την τελετουργική χρήση του αίματος των Χριστιανών; (97)

Είναι αδύνατον να πιστέψουμε ότι ο Θάτσερ δεν γνωρίζει αυτό και άλλα περιστατικά όπου ο Τρότσκι καταδίκασε και ταύτισε την χρήση του αρχικού του οικογενειακού του ονόματος σαν ένα αντι-Σημιτικό τέχνασμα. Γνωρίζοντας ότι είναι αντικειμενικά λάθος να το κάνει αυτό, γιατί τότε ο Θάτσερ αναφέρεται στους Μπρόνσταϊν, αντί στους Τρότσκι ή τους Σεντόφ; Η ηθική ευθύνη πέφτει πάνω του για να διασκορπίσει την θεμιτή υποψία ότι λειτουργούν εδώ κάποιοι ευτελείς υπολογισμοί. Δεν κάνω την δήλωση ότι ο Θάτσερ είναι αντι-Σημίτης. Αλλά είναι αναμφίβολο πως, για οποιουσδήποτε λόγους, ο Θάτσερ καλεί επανειλημμένα την προσοχή του αναγνώστη στις Εβραϊκές ρίζες του Τρότσκι. Θα έπρεπε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους το κάνει αυτό. (98)

Ο Θάτσερ πλαστογραφεί την Επιτροπή Ντιούι

Ο Θάτσερ αφιερώνει περίπου δύο σελίδες στις Δίκες της Μόσχας και στον αγώνα του Τρότσκι να διαψεύσει τις κατηγορίες τους. Συζητεί τον σχηματισμό της Επιτροπής Ντιούι και τις ακροάσεις που πραγματοποίηθηκαν τον Απρίλη του 1937 στο Μεξικό «όπου διέμεναν οι Μπρόνσταϊν.» (99) Μετά από μια σύντομη ανασκόπηση των συνεδριάσεων και την μαρτυρία του Λέων Τρότσκι, ο Θάτσερ έρχεται στα πορίσματα της Επιτροπής. Γράφει ότι, «Οι Δίκες της Μόσχας ανακηρύχτηκαν ένας αναξιόπιστος οδηγός προς την αλήθεια, οι κατηγορίες ενάντια στον Τρότσκι αναπόδεικτες. [η έμφαση προστέθηκε].» (100)

Αυτή είναι μία πλαστογράφηση των πορισμάτων της Επιτροπής Ντιούι. Στις 23 Σεπτέμβρη 1937, η Επιτροπή ανακοίνωσε τα πορίσματα της, τα οποία ήταν 23. Τα πρώτα 21 αποτελούσαν διαψεύσεις συγκεκριμένων καταγγελιών ενάντια στον Τρότσκι οι οποίες ήταν ζωτικές για τους ισχυρισμούς των Σοβιετικών κατήγορων. Τα αποφασιστικά συνοπτικά συμπεράσματα παρουσιάστηκαν στα Πορίσματα 22 και 23, τα οποία ανάφεραν: «22. Συνεπώς, κρίνουμε ότι οι Δίκες της Μόσχας είναι σκευωρίες. 23. Συνεπώς, κρίνουμε ότι ο Τρότσκι και [ο γιός του] Σεντόφ δεν είναι ένοχοι.» (101)

Σημειώστε την διαφορά μεταξύ των λέξεων που χρησιμοποίησε η Επιτροπή Ντιούι και αυτών που επέλεξε ο Θάτσερ. Υπάρχει μια βαθιά διαφορά ανάμεσα στον καθορισμό κάποιας ακροαματικής διαδικασίας σαν «σκευωρία» (η λέξη που χρησιμοποίησε η Επιτροπή Ντιούι) και σαν «αναξιόπιστος οδηγός προς την αλήθεια» (οι λέξεις που χρησιμοποίησε ο Θάτσερ). Η σκευωρία είναι είναι μια ψευτο-νόμιμη ακροαματική διαδικαδία όπου τα αποδεικτικά στοιχεία είναι σκηνοθετημένα και επινοημένα για να παράγουν μια προκαθορισμένη ετυμηγορία ενοχής. Δεν είναι απλώς «αναξιόπιστος οδηγός προς την αλήθεια.» Ο στόχος της είναι η αποσιώπηση της αλήθειας και χρησιμοποιεί ψέματα για να διευκολύνει, κάτω από ένα ψευτονομικό κάλυμμα, την φυλάκιση ή εκτέλεση ενός εσφαλμένα κατηγορούμενου ατόμου. Ο Θάτσερ θα μπορούσε απλά να παραθέσει το πόρισμα 22 της Επιτροπής Ντιούι. Αντί για αυτό χρησιμοποίησε τις πέντε λέξεις «αναξιόπιστος οδηγός προς την αλήθεια» για να πει κάτι εντελώς διαφορετικό από την μία λέξη «σκευωρίες» που χρησιμοποίησε η Επιτροπή Ντιούι. (102)

Υπάρχει επίσης μία θεμελιώδης νομική διαφορά ανάμεσα σε ένα πόρισμα μη ενοχής (το οποίο εξέδωσε η Επιτροπή Ντιούι) και μία «αναπόδεικτη» ετυμηγορία. (η ορολογία που χρησιμοποιεί ο Θάτσερ). Μία ετυμηγορία μη ενοχής αφήνει την εικασία της αθωότητας του κατηγορούμενου αδιατάραχτη. Μια «αναπόδεικτη» ετυμηγορία είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Περιέχει τον υπαινιγμό ότι ενώ υπήρχαν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για μία ετυμηγορία ενοχής, οι ένορκοι δεν είναι πεπεισμένοι για την αθωότητα του κατηγορούμενου. Ο Θάτσερ, ο οποίος έζησε και δίδαξε στην Γλασκώβη για πολλά χρόνια, ξέρει πολύ καλά την διαφορά ανάμεσα στις ετυμηγορίες «μη ενοχής» και «αναπόδεικτης.» Μία από τις ιδιομορφίες της σκωτσέζικης νομοθεσίας είναι ότι επιτρέπει στους ένορκους να εκδόσουν μια «αναπόδεικτη» ετυμηγορία. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο σημαντικής νομικής διαμάχης για αρκετούς αιώνες, ακριβώς εξαιτίας της επίμονης ηθικής σκιάς που η λεγόμενη «τρίτη ετυμηγορία» αφήνει πάνω στον κατηγορούμενο. (103)

Απαιτείται μία μεγάλη δόση αφέλειας για να πιστέψει κάποιος ότι η υποκατάσταση από τον Θάτσερ των λέξεων «μη ένοχος» με την λέξη «αναπόδεικτη» είναι ένα αθώο λάθος. Είναι αδιαμφισβήτητα ένοχος για την σκόπιμη πλαστογράφηση των πορισμάτων της Επιτροπής Ντιούι.

Ποιός, θα μπορούσε να διερωτηθεί ο αναγνώστης, είναι ο σκοπός μιας τέτοιας πλαστογράφησης; Και γιατί θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν ένα τόσο βαρυσήμαντο θέμα; Ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει στον νου του τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι Θάτσερ και Σουέιν, τις οποίες έχουμε ήδη εξετάσει. Καθώς παραθέτει ο ένας τον άλλον και τα δικά τους έργα αναφέρονται από άλλους, ο ιός της πλαστογράφησης μεταδίδεται ύπουλα μέσω μιας αυτάρεσκης πανεπιστημιακής κοινότητας στο ευρύτερο κοινό. Σε αυτό το συγκεκριμένο παράδειγμα, η τεράστια αρχική ισχύς της ετυμηγορίας της Επιτροπής Ντιούι αμβλύνεται και πλαστογραφείται. Καθώς με το πέρασμα του χρόνου η καταγγελία των Δικών της Μόσχας σαν σκευωρίες και η ξεκάθαρη αθώωση του Τρότσκι και του Σεντόφ απομακρύνονται από την ιστορική μνήμη, οι ιδέες που διαμόρφωσε ο Θάτσερ – που τελικά θα ανακυκλωθούν από άλλους απρόσεκτους ιστορικούς – συμβάλλουν στην διάβρωση ήδη εδραιωμένων γεγονότων και της αντικειμενικής αλήθειας.

Τα τελευταία σχόλια του Θάτσερ για τον ιστορικό ρόλο του Τρότσκι

Μετά από τις διαστρεβλώσεις, τις μισές αλήθειες και τις απευθείας πλαστογραφήσεις που περιέχονται μέσα σε περισσότερες από 200 σελίδες, φτάνουμε στην τελευταία αξιολόγηση του Τρότσκι από τον Θάτσερ. «Ο Τρότσκι, λοιπόν, δεν ήταν ένας μεγάλος πολιτικός ηγέτης ούτε προφήτης. Πέρασε την πλειοψηφία της πολιτικής του ζωής στην αντιπολίτευση, σαν υπέρμαχος απόψεων που είχαν μειοψηφική υποστήριξη.» (104) Σε αυτή την παρατήρηση οι αναγνώστες του θα πρέπει να αποκριθούν, «Εντάξει, καθηγητή Θάτσερ, αυτή απλά είναι η γνώμη σας.» Και είναι, πράγματι, μία γνώμη που δεν τεκμηριώνεται από αξιόπιστες επιστημονικές εργασίες, οπότε ο αναγνώστης δεν έχει λόγο να την πάρει ιδιαίτερα στα σοβαρά. Έρχεται στο μυαλό μας η επίπληξη του Χέγκελ, «Τι μπορεί να είναι πιο άχρηστο από την εκμάθηση μιας σειράς από ανούσιες γνώμες, και τι πιο ασήμαντο;» (105) Όσο για τη βάση αυτής της γνώμης – πως ο Τρότσκι πέρασε την περισσότερη ζωή του στην αντιπολίτευση – αυτή μας λέει περισσότερα για τις απόψεις και τον χαρακτήρα του Θάτσερ από όσο για αυτούς τους οποίους κρίνει.

Στη συνέχεια ο Θάτσερ γράφει:

Υπάρχει κάποια διαρκής αξία στα έργα του Τρότσκι ή ήταν αυτός και τα γραπτά του σχετικά μόνο με την εποχή και την εμπειρία του; Μια απάντηση στο ερώτημα αυτό θα εξαρτηθεί, σε ένα μέρος τουλάχιστο, στο πώς αξιολογεί κάποιος τον Μαρξισμό και την θέση του Τρότσκι σαν Μαρξιστή.

Ξεκινώντας με το τελευταίο ερώτημα, είναι αμφίβολο εάν ο Τρότσκι έκανε κάποια διαρκή συμβολή στην Μαρξιστική σκέψη. Μπορεί ακόμη και να είχε άγνοια για ορισμένα από τα πιο βασικά γραπτά του Μαρξ. Στην Προδομένη Επανάσταση, για παράδειγμα, ο Τρότσκι, επέμενε αρκετές φορές πως ο Μαρξ δεν είχε τίποτε να πει για την Ρωσία, πως ο διδάσκαλος περίμενε ότι μία σοσιαλιστική επανάσταση θα ξεκινούσε από τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Αυτό αγνοεί το ενδιαφέρον του Μαρξ για το ερώτημα εάν η «καθυστερημένη» Ρωσία μπορούσε να παρακάμψει τον καπιταλισμό και να επιχειρήσει μια άμεση μετάβαση στον σοσιαλισμό με βάση την αγροτική κομμούνα. Η απάντηση του Μαρξ, η οποία έχει εμφανή σχέση με την θεωρία της Διαρκούς Επαναστάσης του Τρότσκι, διατυπώθηκε σε αρκετά από τα γραπτά του, συμπεριλαμβανόμενου του Πρόλογου της Ρωσικής έκδοσης (1881) του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Εδώ ο Μάρξ έδωσε καταφατική απάντηση. Μία Ρωσική Επανάσταση θα μπορούσε να στοχεύσει σε μία άμεση μετάβαση στον σοσιαλισμό, αλλά μόνο αν πυροδοτούσε σοσιαλιστικές επανάστασεις στην αναπτυγμένη Δύση. Αν ο Τρότσκι είχε υπόψη του αυτό και τα άλλα κείμενα στα οποία ο Μαρξ καταπιανόταν με το πρόβλημα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην Ρωσία, τότε σίγουρα θα επικαλούνταν ένα ισχυρότερο δεσμό μεταξύ της Θεωρίας της Διαρκούς Επαναστάσης και του Μαρξ, όπως επίσης λιγότερη πρωτοτυπία για την εννοιολογική του σύλληψη για την επαναστατική διαδικασία στην Ρωσία. Εάν υποθέσουμε ότι ο Τρότσκι δεν γνώριζε το ενδιαφέρον του Μαρξ για την Ρωσία, τότε αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Μαρξισμός του Τρότσκι ήταν προϊόν του Ρωσικού περιβάλλοντος [η έμφαση προστέθηκε]. (106)

Στο απόσπασμα αυτό ο συγγραφέας συνδυάζει, σε ίσες αναλογίες, την άγνοια και την αυθάδεια. Αυτό είναι το είδος γραφής που θα μπορούσε να είχε εμφανιστεί σε μία πληθώρα Σταλινικών εφημερίδων και περιοδικών πριν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι ο Τρότσκι «επέμενε πως ο Μαρξ δεν είχε τίποτα να πει για την Ρωσία,» είναι μία αδέξια παραποίηση αυτού που έγραψε ο Τρότσκι. Εξήγησε ακριβώς τους λόγους για τους οποίους ήταν αδύνατον να εξαχθεί μία ανάλυση της σοβιετικής κοινωνίας από μία μηχανική εφαρμογή των ιστορικών εννοιών του Μαρξ. (107) Σε αυτό, ο Τρότσκι δεν έδειξε την άγνοια του για το έργο του Μαρξ, αλλά την δημιουργική του προσέγγιση στον Μαρξισμό. Επιπλέον, βάσισε τα κύρια επιχειρήματα του στην Προδομένη Επανάσταση σε παρατηρήσεις του Μαρξ. Ένα μόνο παράδειγμα για αυτό είναι, η χρησιμοποίηση από τον Τρότσκι της έννοιας της «γενικευμένης στέρησης», την οποία πρότεινε ο Μαρξ στην Γερμανική Ιδεολογία, για να εξηγήσει την προέλευση και τον κοινωνικό ρόλο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ σαν του «χωροφύλακα» - του αστυνομικού εκτελεστικού όργανου της κοινωνικής ανισότητας.

Ο ισχυρισμός του Θάτσερ πως ο Τρότσκι δεν είχε υπόψη του τα γραπτά του 1881 του Μαρξ πάνω στις προοπτικές για σοσιαλισμό στην Ρωσία, και, επιπλέον, πως ο πρώτος δεν αναγνώριζε την διασύνδεση μεταξύ της δικιάς του Θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης και του έργου του Μαρξ διαψεύδεται εύκολα. Ο Θάτσερ προφανώς δεν έχει διαβάσει το δοκίμιο «Ο Μαρξισμός και η Σχέση ανάμεσα στην Προλεταριακή και την Αγροτική Επανάσταση,» το οποίο γράφτηκε τον Δεκέμβρη του 1928. Ο Τρότσκι εξέτασε συγκεκριμένα την αλληλογραφία του 1881 μεταξύ του Μαρξ και της παλιάς Ρωσίδας επαναστάτριας Βέρα Ζάσουλιτς, στην οποία (αλληλογραφία) ο Μαρξ εξέτασε διεξοδικά τα θεωρητικά θέματα τα οποία συνοψίστηκαν περιληπτικά τον Γενάρη του 1882 (όχι το 1881 όπως γράφει ο Θάτσερ) στον πρόλογο της Ρωσικής έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Όσο για το δικό του διανοητικό χρέος στον Μαρξ, ο Τρότσκι έγραψε σε αυτό το δοκίμιο ότι «η ιδέα της διαρκούς επαναστάσης ήταν μία από τις πιο σημαντικές ιδέες του Μάρξ και του Ένγκελς.» (108) Έτσι έχουμε εδώ τον Θάτσερ να ισχυρίζεται στον επίλογο του ότι ο Τρότσκι ήταν ανεξοικείωτος με καίρια γραπτά του Μαρξ πάνω στο θέμα της Ρωσίας, και όπως προκύπτει τελικά η φανταστική αυτή υπόθεση ήταν απλά το προϊόν της αμέλειας του Θάτσερ να κάνει την βασική διανοητική του προετοιμασία! (109)

Έχοντας θέσει σαρκαστικά το ερώτημα της σημασίας του Τρότσκι, ο Θάτσερ θα έπρεπε να μας πει τον λόγο για τον οποίο έγραψε ένα βιβλίο με 240 σελίδες για να διακηρύξει ότι ο Τρότσκι είναι ασήμαντος. Γιατί ίδρυσε με τον πρώην συνάδελφο του στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, τον Τζέιμς Ντ. Ουάιτ, το βραχύβιο Περιοδικό Μελετών για τον Τρότσκι, του οποίου η έκδοση αποτελούσε την πρώτη κύρια εργασία του κατά του Τρότσκι; Γιατί έγραψε ο Σουέιν την 237 σελίδων βιογραφία του;

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Θάτσερ δεν έχει καθόλου αμφιβολίες για την σημασία του Στάλιν. Σε μία ανασκόπηση αρκετών μελετών για τον Στάλιν που δημοσιεύτηκαν περίπου την εποχή της πεντηκοστής επέτειου από τον θάνατο του δικτάτορα, ο Θάτσερ, αποκαλύπτοντας τις μέλισσες στην σκούφια του, ομολόγησε κάποια νοσταλγία για «μία ήπια εκδοχή του Σταλινισμού», συμπληρώνοντας ότι, «ο Στάλιν εξακολουθεί να γοητεύει και να προκαλεί στιγμές ηθικής αβεβαιότητας.» (110) Τι λογής ηθική αβεβαιότητα, αναγκάζεται κάποιος να αναρωτηθεί, μπορεί να προκληθεί από τις πράξεις ενός βουτηγμένου στο αίμα τύραννου που έσφαξε μια ολόκληρη γενιά σοσιαλιστών, πρόδωσε τις αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης, και έθεσε σε κίνηση την διαδικασία που οδήγησε στην καταστροφή της Σοβιετικής Ένωσης;

Επίλογος

Ήταν μία δυσάρεστη εμπειρία να μελετήσω τους τόμους του κ. Σουέιν και του κ. Θάτσερ. Παρόλη την έκταση αυτού του δοκίμιου, δεν έχω σε καμμία περίπτωση απαντήσει σε όλες τις διαστρεβλώσεις και πλαστογραφήσεις που εμφανίζονται στα έργα τους. Μια τέτοια ολοκληρωμένη εργασία δεν θα χρειαζόταν τίποτε λιγότερο από τον δικό της τόμο. Πιστεύω όμως ότι αυτή η ανασκόπηση έχει αποδείξει ότι καμμία από αυτές τις βιογραφίες δεν έχει την παραμικρή ερευνητική αξία. Τα ερωτήματα εξακολουθούν να παραμένουν: Γιατί έχουν γραφτεί αυτά τα βιβλία; Ποιός είναι ο σκοπός τους; Η απάντηση πιστεύω πως βρίσκεται στην πολιτική. Ενώ ο Θάτσερ διαλογίζεται με κυνικό τρόπο στον επίλογο του βιβλίου του για την σημασία του αντικειμένου του, δεν πιστεύει σχεδόν καθόλου πως ο Τρότσκι είναι μία τόσο περιθωριακή ιστορική μορφή. Πράγματι, το έμμονο ενδιαφέρον του Θάτσερ για τον Τρότσκι υπονοεί ότι ο ίδιος προσωπικά έχει μία εντελώς διαφορετική γνώμη. Και καλώς την έχει, διότι η σημασία του Τρότσκι σαν ιστορική μορφή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις μεταπτώσεις της διεθνούς ταξικής πάλης. Για να προσδιορίσουμε την σημασία του Τρότσκι πρέπει να θέσουμε μερικά άλλα ερωτήματα: Ποιά είναι η σημασία του σοσιαλισμού; Ποιά είναι η σημασία του Μαρξισμού; Ποιά είναι η σημασία της ταξικής πάλης στην σύγχρονη κοινωνία; Έχει φτάσει ο καπιταλισμός σε ένα νέο και μόνιμο επίπεδο σταθερότητας; Είναι πλέον η ίδια η έννοια της «κρίσης του καπιταλισμού» ιστορικά ξεπερασμένη; Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να τεθούν όταν εξετάζεται η θέση του Τρότσκι στην ιστορία και η σημασία των ιδεών του στον σύγχρονο κόσμο.

Οι ιδέες του Λέων Τρότσκι δεν φαίνονται καθόλου απόμακρες κάτω από το πρίσμα των αντικειμενικών εξελίξεων. Πρώτα από όλα, οι εξελίξεις στην τεχνολογία και η επίπτωση τους στις παραγωγικές και οικονομικές γενικά διαδικασίες έχουν δημιουργήσει μία παγκόσμια οικονομία η οποία ασκεί τεράστιες πιέσεις πάνω στις παλιές δομές των εθνικών κρατών. Επιπλέον, η κατακόρυφη πτώση στην παγκόσμια οικονομική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών περιορίζει σημαντικά την πιθανότητα μιας νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που θα ρυθμίζει τις διακρατικές σχέσεις και θα διατηρεί την παγκόσμια σταθερότητα. Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα πορεύεται προς μία συστημική κατάρρευση στην κλίμακα της περιόδου 1914-1945.

Η αστάθεια της υπάρχουσας παγκόσμιας οικονομικής και γεωπολιτικής τάξης έχει ενταθεί από εγχώριες ταξικά βασισμένες κοινωνικές εντάσεις. Στην διάρκεια των τελευταίων εικοσιπέντε χρόνων, έχουμε δει μία κατάρρευση των παλιών μαζικών κομμάτων και οργανώσεων της εργατικής τάξης. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ένα κόμμα οπουδήποτε στον κόσμο το οποίο διατηρεί κάποιο σημαντικό βαθμό αξιοπιστίας ανάμεσα στις μάζες. Τα παλιά Κομμουνιστικά κόμματα, Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και Εργατικά κόμματα είτε έχουν καταρρεύσει – όπως οι περισσότερες Σταλινικές οργανώσεις – είτε εξακολουθούν να παραπαίουν σαν οργανώσεις που στηρίζονται μόνο από έναν εντελώς διεφθαρμένο μηχανισμό. Το να τις χαρακτηρίσει κανείς σαν «οργανώσεις της εργατικής τάξης» αποτελεί πλήρη κατάχρηση της ιστορικής έννοιας του όρου. Είναι όλες δεξιά αστικά κόμματα, όχι λιγότερο ταγμένα στην υπεράσπιση του καπιταλισμού και των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων των παγκόσμιων πολυεθνικών εταιριών από όσο τα παλιά παραδοσιακά αστικά κόμματα.

Όμως αυτή η κατάρρευση κάθε είδους Σταλινικής και Σοσιαλδημοκρατικής με βάση τον ρεφορμισμό οργάνωσης της εργατικής τάξης πραγματοποιείται στο πλαίσιο της ανερχόμενης κοινωνικής ανισότητας και εντεινόμενων ταξικών ανταγωνισμών. Οι παλιές οργανώσεις απλά δεν έχουν τα πολιτικά μέσα και την αξιοπιστία για να χαλιναγωγήσουν την όλο και βαθύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια και να την διοχετεύσουν προς κατευθύνσεις οι οποίες δεν απειλούν την σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος. Σε κάποια στιγμή η εντατικοποίηση της ταξικής σύγκρουσης θα βρει διανοητική και πολιτική έκφραση. Θα υπάρξει αναζήτηση για εναλλακτικές στο σημερινό κατεστημένο. Αυτό θα δημιουργήσει μία διανοητική και κοινωνική βάση για μία επανεμφάνιση του ενδιαφέροντος για την ιστορία του σοσιαλιστικού κινήματος, για τους επαναστατικούς αγώνες του παρελθόντος. Είναι αναπόφευκτο πως η ανάπτυξη ενός τέτοιου κλίματος θα οδηγήσει σε μία ανανέωση του ενδιαφέροντος για την ζωή και το έργο του Λέων Τρότσκι. Αυτό συνέβηκε στην διάρκεια του προηγούμενου μεγάλου κύματος ριζοσπαστικοποίησης των εργατών και φοιτητών. Τα πιο πολιτικά συνειδητοποιημένα τμήματα της αστικής τάξης αναγνωρίζουν αυτό τον κίνδυνο και τον φοβούνται. Αυτή είναι, καθώς ξέρουμε, η εποχή του προληπτικού πολέμου, και αυτά τα έργα αποτελούν ένα είδος προληπτικής επίθεσης ενάντια στην επανεμφάνιση της Τροτσκιστικής επιρροής. Αυτός είναι ο λόγος που διακεκριμένοι εκδοτικοί οίκοι όπως οι Ράουτλετζ και Λόνγκμαν αναθέτουν την συγγραφή βιογραφιών όπως αυτές των Σουέιν και Θάτσερ.

Η πολιτική κρίση διασταυρώνεται με μία βαθιά πνευματική κρίση. Πώς να εξηγήσει κανείς την ευμενή υποδοχή αυτών των δύο άθλιων βιβλίων; Είναι, πιστεύω, συνυφασμένη με την επικράτηση, για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα, πραγματικά αντιδραστικών τρόπων σκέψης, που συνδέονται με τον μεταμοντερνισμό, και οι οποίοι απαρνιούνται την ίδια την έννοια της αντικειμενικής αλήθειας. Στην πορεία αυτού του κριτικού δοκίμιου έχω αναφερθεί αρκετές φορές στον Ε. Χ. Καρρ, πράγμα που θα το κάνω πάλι εδώ. Σχεδόν πριν από μισόν αιώνα, ο Καρρ προειδοποίησε για την διείσδυση μέσα στην ιστορία της Νιτσεϊκής αρχής, η οποία διατυπώθηκε στο Πέρα από το Καλό και το Κακό: «Η αναλήθεια μιας άποψης δεν αποτελεί για μας αντίρρηση προς αυτήν ...» (111) Η σύγχρονη απάρνηση της αντικειμενικής αλήθειας, η οποία στηρίζεται στον ισχυρισμό πως το μόνο που μετράει είναι η εσωτερική συνοχή μιας αφήγησης, που πρέπει να κριθεί με τους δικούς της όρους, στέκεται σε αντίθεση με την σοβαρή επιστημονική εργασία ή ακόμα και την λογική σκέψη. Ενθαρρύνει ένα κλίμα όπου «τα πάντα επιτρέπονται,» όπου η πλαστογράφηση ευδοκιμεί και όπου δεν υπάρχει καμμία διαμαρτυρία όταν λέγονται ψέματα για την ιστορία.

Και τί σημαίνει αυτό; Άρχισα το δοκίμιο αυτό με μία ανασκόπηση των Δικών της Μόσχας και του Σταλινικού Τρόμου. Εξήγησα πως αυτό που ξεκίνησε με ιστορική πλαστογράφηση κατέληξε σε μαζική δολοφονία. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται στην εποχή μας. Οποιοσδήποτε επιθυμεί να εξετάσει τις επιπτώσεις και συνέπειες των ιστορικών ψεμάτων δεν έχει παρά να εξετάσει τα ψέματα που χρησιμοποιήθηκαν για να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη για τον πόλεμο στο Ιράκ. Τα «όπλα μαζικής καταστροφής» ήταν ένα ψέμα που ήδη έχει οδηγήσει στον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων.

Μια νέα γενιά στέκεται τώρα αντιμέτωπη με τεράστια και απειλητικά για την ζωή προβλήματα. Παντού αντιμετωπίζει κρίση και φθορά. Το ίδιο το μέλλον του πλανήτη είναι σε αμφισβήτηση αν δεν βρεθούν απαντήσεις στην κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Η μελέτη της ιστορίας πρέπει να παίξει κεντρικό ρόλο στην ανακάλυψη εκείνων των απαντήσεων που χρειάζεται η ανθρωπότητα στον εικοστό πρώτο αιώνα. Αλλά πώς μπορεί να μελετηθεί η ιστορία αν η καταγραφή της πλαστογραφείται; Οι εργαζόμενοι και η νεολαία του κόσμου χρειάζονται την αλήθεια, και η πάλη για την ανακάλυψη και την υπεράσπιση της είναι η διανοητική κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης προόδου.

(84) Thatcher, σελ. 151-152.

(85) Thatcher, σελ. 156.

(86) Ibid., σελ. 179-181.

(87) Το επιχείρημα ότι η νίκη του Χίτλερ ήταν με οποιαδήποτε έννοια αναπόφευκτη δεν προβάλλεται από κανένα σοβαρό σύγχρονο ιστορικό. Και μάλιστα, έχει γενικά τονιστεί ο εξαιρετικά συμπτωματικός χαρακτήρας της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία. Όπως έχει γράψει ο Ίαν Κέρσοου, ο συγγραφέας μιας με ευρεία εκτίμηση δίτομης βιογραφίας του Χίτλερ, «Δεν υπήρχε τίποτε το αναπόφευκτο στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Άν ήταν ο Χίντενμπουργκ διατεθειμένος να παραχωρήσει στον Σλάιχερ την διάλυση που τόσο πρόθυμα επέτρεψε στον Πάπεν και να αναβάλει την σύνοδο του Ράιχσταγκ πέρα από τις εξήντα μέρες που πρόβλεπε το σύνταγμα, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η Καγκελλαρία του Χίτλερ. Καθώς ξεπερνιόταν η οικονομική κρίση, και το Ναζιστικό κίνημα αντιμετώπιζε πιθανή διάλυση αν δεν καταλάμβανε σύντομα την εξουσία, το μέλλον – ακόμη και κάτω από μία αυταρχική κυβέρνηση – θα ήταν πολύ διαφορετικό. Ακόμη και καθώς το υπουργικό συμβούλιο λογομαχούσε έξω από την πόρτα του Χίντεμπουργκ στις έντεκα το βράδυ στις 30 Γενάρη, κρατώντας τον Πρόεδρο σε αναμονή, υπήρχε μία δυνατότητα ότι η Καγκελλαρία του Χίτλερ δεν θα γινόταν πραγματικότητα. Η άνοδος του Χίτλερ από το ταπεινό ξεκίνημα μέχρι την ‘αρπαγή’ της εξουσίας με τον ‘θρίαμβο της θέλησης’ ήταν επινόηση του Ναζιστικού θρύλου. Στην πράξη, η κακή πολιτική εκτίμηση από αυτούς που είχαν τακτική πρόσβαση στα δώματα της εξουσίας παρά κάποιες πράξεις από την πλευρά του Ναζιστή ηγέτη ήταν αυτή που έπαιξε τον μεγαλύτερο ρόλο για να τον βάλει στην θέση του Καγκελλάριου.» (Ian Kershaw, Hitler 1889-1936: Hubris [New York: W. W. Norton, 1998], σελ. 424).

(88) Thatcher, σελ. 203.

(89) Ο Καρρ έγραψε ότι «το έβδομο συνέδριο έφερε στην επιφάνεια την βαθιά ριζωμένη τάση, φανερή από παλιά στον διορατικό κριτικό, να ταυτίζονται οι επιδιώξεις της Κομιντέρν με τις πολιτικές της ΕΣΣΔ· και, μετά την παράδοξη επιτυχία του συνέδριου, ο θεσμός φαινόταν να είχε χάσει την πραγματική σημασία του. Ήταν σημαντικό ότι από τότε κανένα άλλο συνέδριο, και καμμία σημαντική συνεδρίαση του ΙΚΚΙ [το εκτελεστικό όργανο της Κομιντέρν], δεν συγκλήθηκε ξανά. Η Κομιντέρν συνέχισε να εκτελεί υποδεέστερες λειτουργίες, ενώ ο προβολέας της δημοσιότητας κατευθυνόταν αλλού. Το κριτικό συμπέρασμα του Τρότσκι ότι το έβδομο συνέδριο ‘θα περνούσε στην ιστορία σαν το συνέδριο της διάλυσης’ δεν ήταν ολότελα άδικο. Το έβδομο συνέδριο άνοιξε τον δρόμο προς τον επίλογο (dénouement) του 1943 [την τυπική διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς].» (Twilight of the Comintern 1930-1935 [New York: Pantheon Books, 1982], σελ. 427).

(90) Thatcher, σελ. 204.

(91) “The Comintern and the GPU” δημοσιεύεται στον τόμο Stalin's Gangsters, του Λέων Τρότσκι, που εκδόθηκε στο Λονδίνο από τον New Park το 1977. Ο εκλιπών Χάρολντ Ρόμπινς (1908-1987), που υπηρέτησε σαν αρχηγός της φρουράς του Τρότσκι το 1939-40, συμβούλευσε τους εκδότες ότι ο Τρότσκι είχε προτείνει αυτό τον τίτλο για μία συλλογή άρθρων πάνω στις δραστηριότητες της GPU.

(92) Thatcher, σελ. 206.

(93) Writings of Leon Trotsky [1933-34] (New York: Pathfinder Press, 1975), σελ. 259.

(94) Thatcher, σελ. 233-234.

(95) Το άρθρο στο οποίο αναφέρεται ο Θάτσερ είναι το “Stalin in June 1941: A Comment on Cynthia Roberts,” του Steven J. Main, στο Europe-Asia Studies Τομ. 48. Αρ. 5 (Ιούλης 1996), σελ. 837-839. Το σχόλιο του καθηγητή Μέιν ήταν σε απάντηση για το (άρθρο) της Σύνθια Ρόμπερτς “Planning for war: The Red Army and the Catastrophe of 1941,” στο Europe-Asia Studies, Τομ. 47, Αρ.8 (Δεκέμβρης 1995), σελ. 1293-1326.

(96) Η διακήρυξη ότι ένα εξαιρετικά επίμαχο ιστορικό ζήτημα έχει επιλυθεί είναι ένα από τα αγαπημένα ρητορικά τεχνάσματα του Θάτσερ. Εντοπίζει ένα άρθρο που στηρίζει την γνώμη του και μετά το αναγορεύει σαν «πειστικό.» Βέβαια, πολλοί ειδικοί παραμένουν ακατάπειστοι. Για παράδειγμα, σχετικά με το θέμα της ευθύνης του Στάλιν για την καταστροφή του 1941 ο David E. Murphy γράφει: «Η προσωπική ευθύνη του Στάλιν για τις πελώριες απώλειες στα χρόνια του πολέμου, ιδιαίτερα για τα δεινά κατά τους πρώτους τραγικούς μήνες του πολέμου, δεν μπορεί να ελαχιστοποιηθεί ή να διαψευστεί» (What Stalin Knew: The Enigma of Barbarossa [New Haven and London: Yale University Press, 2005], σελ 247).

(97) “Anti-Semitic Devices,” 30 Γενάρη 1937, στο Writings of Leon Trotsky [1936-37] (New York: Pathfinder Press,1978), σελ. 177.

(98) Δεν θα ήταν αθέμιτο για ένα βιογράφο να διερευνήσει την πολιτιστική, ψυχολογική και πολιτική σημασία της Εβραϊκής προέλευσης του Τρότσκι. Μερικοί προγενέστεροι βιογράφοι έχουν ήδη προσπαθήσει να το κάνουν, αν και χωρίς μεγάλη επιτυχία. Αλλά ο Θάτσερ δεν δείχνει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτό το θέμα, και αυτό κάνει τις αδέξιες και αντικειμενικά λανθασμένες αναφορές του στους «Μπρόνσταϊν» ιδιαίτερα παράξενες και ύποπτες.

(99) Thatcher, σελ. 197.

(100) Ibid.

(101) John Dewey, Τομ. 11:1935-37, σύντ. Jo Ann Boydston (Carbondale: Southern Illinois University Press,1991), σελ. 323

(102) Σε παρατηρήσεις που έγιναν κατά την ανακοίνωση της Σύνοψης των Πορισμάτων, ο Τζων Ντιούι δήλωσε ότι «τα μέλη της επιτροπής έχουν χωρίς εξαίρεση συγκλονιστεί από τον τελείως επαίσχυντο χαρακτήρα όλης της ακροαματικής διαδικασίας στις δίκες της Μόσχας, [που ήταν]σαθρή και ταυτόχρονα κακόβουλη.” (Ibid., σελ. 324).

(103) Ο συγγραφέας σερ Γουώλτερ Σκοτ την αποδοκίμασε δίνοντας της την φημισμένη ονομασία «μπάσταρδη ετυμηγορία.»

(104) Thatcher, σελ. 214.

(105) Hegel's Lectures on the History of Philosophy, μετάφρ. E. S. Haldane και Francis H. Simpson (London and New York: Humanities Press, 1974), Τομ. 1, σελ. 12.

(106) Thatcher, σελ. 215.

(107) Αυτό που πραγματικά έγραψε ο Τρότσκι, σε ένα σχετικό απόσπασμα, είναι τα ακόλουθα:

«Επιπλέον, ο Μαρξ πίστευε ότι ο Γάλλος θα άρχιζε την κοινωνική επανάσταση, ο Γερμανός θα την συνέχιζε, και ο Άγγλος θα την τελείωνε· και όσο για τον Ρώσο, ο Μαρξ τον άφησε μακριά στα μετόπισθεν. Αλλά αυτή η εννοιολογική τάξη ανατράπηκε από τα γεγονότα. Όποιος και να προσπαθήσει τώρα να εφαρμόσει μηχανικά την παγκόσμια ιστορική σύλληψη του Μαρξ στην ιδιαίτερη περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης στο δεδομένο στάδιο της ανάπτυξης της θα εμπλακεί αμέσως σε άλυτες αντιφάσεις.» (The Revolution Betrayed [Detroit: Labor Publications, 1991], σελ. 40-41).

(108) The Challenge of the Left Opposition 1928-29 (New York: Pathfinder Press,1981), σελ. 349.

(109) Ο Θάτσερ έχει επίσης παραβλέψει την ομιλία που έδωσε ο Τρότσκι στις 4 Νοέμβρη 1922 στο Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ο Τρότσκι αναφέρθηκε άμεσα στους προβληματισμούς του Μαρξ σχετικά με την δυνατότητα μιας μετάβασης στον σοσιαλισμό βασισμένης στα αγροτικά κοινόβια. Είπε: «Το 1883 ο Μαρξ σε επιστολή του προς τον Νίκολας Ντάνιελσον, έναν από τους θεωρητικούς του Ρωσικού λαϊκισμού (Narodnikism), [είπε] ότι εφόσον το προλεταριάτο αναλάμβανε την εξουσία στην Ευρώπη πριν η Ρωσική obschina (κοινοβιακή γεωργία του χωριού) είχε εντελώς εξαλειφθεί από την ιστορία τότε ακόμη και αυτή η obschina θα μπορούσε να γίνει μία από τις αφετηρίες για την Κομμουνιστική ανάπτυξη στην Ρωσία. Και ο Μαρξ ήταν απόλυτα σωστός» (“ The NEP and World Revolution,” στο The First Five Years of the Communist International, Τομ. 2 [London: New Park Publications, 1974], σελ. 230).

(110) “Stalin and Stalinism: A Review Article,” στο Europe-Asia Studies (Τομ. 56, Αρ.6, Σεπτέμβρης 2004), σελ. 918.

(111) Αναφέρεται από τον E. H. Carr στο What Is History? (London: Penguin Books, 1987), σελ.27.