Οι πρόσφυγες στην Ελλάδα θα αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες. Αυτή είναι η ουσία του αυστηρότερου νόμου για το άσυλο της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) που υπερψηφίστηκε στο κοινοβούλιο στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Όσοι παραμένουν «παράνομα» στη χώρα, κατόπιν της απόρριψης της αίτησης ασύλου τους, αντιμετωπίζουν πλέον βαριές ποινές φυλάκισης και πρόστιμα. Πρόκειται για άτομα των οποίων ο δρόμος της διαφυγής τους είναι συνήθως γεμάτος θανάσιμους κινδύνους έχοντας συχνά ξοδέψει όλες τις αποταμιεύσεις της οικογένειάς τους για να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τις διώξεις και τη φτώχεια στην πατρίδα τους. Τώρα στην Ευρώπη όχι μόνο αντιμετωπίζονται σαν ζώα, αλλά φυλακίζονται αν δεν επιστρέψουν «εθελοντικά» στη μιζέρια από την οποία μόλις ξέφυγαν.
Ο νέος νόμος υπερψηφίστηκε το βράδυ της 2ας Σεπτεμβρίου, λίγο πάνω από ένα μήνα μετά την απόφαση της κυβέρνησης να αναστείλει για τρεις μήνες όλες τις αιτήσεις ασύλου από πρόσφυγες από τη Βόρεια Αφρική, ακυρώνοντας πλήρως το δικαίωμα στο άσυλο.
Η αξιωματική αντιπολίτευση του ψευτοαριστερού ΣΥΡΙΖΑ επέκρινε την αυστηροποίηση του νόμου, καθώς παράλληλα κράτησε σιγή ιχθύος για το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της τετραετούς θητείας του, ο ΣΥΡΙΖΑ υλοποίησε την απάνθρωπη πολιτική της ΕΕ κατά των προσφύγων, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την σημερινή κυβέρνηση.
Η μεταρρύθμιση του ασύλου περιλαμβάνει ένα ολόκληρο πακέτο μέτρων που αποσκοπούν στο να στερήσουν τα δικαιώματα των προσφύγων, να τους τρομοκρατήσουν και να τους καταδιώξουν:
Η προθεσμία για την οικειοθελή αναχώρηση μειώνεται από 25 σε 14 ημέρες, πράγμα που σημαίνει ότι άτομα των οποίων η αίτηση ασύλου έχει απορριφθεί έχουν μόνο δύο εβδομάδες για να φύγουν από τη χώρα.
Εάν παραμείνουν «παράνομα» στην Ελλάδα, αντιμετωπίζουν φυλάκιση από δύο έως πέντε έτη χωρίς αναστολή, καθώς και χρηματική ποινή από 5.000 μέχρι 10.000 ευρώ για παράνομη επανείσοδο.
Οι μετανάστες χωρίς χαρτιά δεν θα νομιμοποιούνται πλέον μετά από επτά χρόνια διαμονής στην Ελλάδα, όπως ίσχυε προηγουμένως. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι μπορούν να συλληφθούν ανά πάσα στιγμή ως «παράνομοι» μετανάστες και να παραμείνουν αποκλεισμένοι από το σύστημα υγείας, την αγορά εργασίας και την αγορά κατοικίας.
Οι νεοαφιχθέντες χωρίς έγκυρα έγγραφα θα κρατούνται σε κλειστές εγκαταστάσεις. Η διοικητική κράτηση παρατείνεται από 18 σε έως 24 μήνες.
Οι απορριφθέντες αιτούντες άσυλο θα παρακολουθούνται με ηλεκτρονικά βραχιόλια κατά τη διάρκεια της περιόδου αναχώρησης, ώστε να μπορούν να συλληφθούν αμέσως εάν δεν αναχωρήσουν.
Ο κατάλογος των λεγόμενων «ασφαλών» χωρών προέλευσης θα επεκταθεί, ώστε να μπορούν πλέον να απελαύνονται άτομα και σε τρίτες χώρες στις οποίες είχαν υποβάλει αίτηση ασύλου για πρώτη φορά.
Ο νόμος επίσης θεσπίζει για πρώτη φορά την απαγόρευση εισόδου σε άτομα που χαρακτηρίζονται ως «απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια» — ένας κανονισμός που μπορεί να ερμηνευθεί ευρέως και να εφαρμοστεί αυθαίρετα.
Αυτές οι επιθέσεις έχουν άμεσες επιπτώσεις για τη μεγάλη πλειονότητα των προσφύγων, καθώς όλο και λιγότεροι από όσους έχουν ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα θα έχουν πρόσβαση σε κατάλληλες διαδικασίες ασύλου, πόσο μάλλον να μπορούν να λάβουν άσυλο. Σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Ασύλου της ΕΕ, το ποσοστό αναγνώρισης στην ΕΕ έχει μειωθεί στο 25% — το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για την Ελλάδα, αλλά το ποσοστό είναι πιθανό να είναι ακόμη χαμηλότερο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θάνος Πλεύρης, ο νέος υπουργός Μετανάστευσης από τον Ιούνιο, προωθεί αυτόν τον στυγνό νόμο. Όπως είναι γνωστό ο Πλεύρης είναι ένας διαβόητος ακροδεξιός με στενούς δεσμούς με κύκλους νεοναζί. Μέχρι να ενταχθεί στη ΝΔ το 2012, ήταν βουλευτής με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ. Επίσης γνωστό είναι το ιστορικό του αντισημίτη πατέρα του, Κωνσταντίνο Πλεύρη, ο οποίος θεωρείται ιδεολογικός πρόδρομος της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ο Θάνος Πλεύρης ήταν συνήγορος υπεράσπισης του πατέρα του το 2007 στη δίκη για το αντισημιτικό περιεχόμενο του βιβλίου του Κωνσταντίνου Πλεύρη «Εβραίοι, όλη η αλήθεια».
Αυτά που εφαρμόζει τώρα ο Πλεύρης ως υπουργός Μετανάστευσης αποτελούν όλα όσα βρίσκονταν εδώ και καιρό στην πολιτική του ατζέντα. Το 2011 είχε τοποθετηθεί δημόσια υπέρ της δολοφονίας προσφύγων. Σε μια εκδήλωση, υπό τις επευφημίες των φασιστών υποστηρικτών του, δήλωσε: «Φύλαξη των συνόρων δεν μπορεί να υφίσταται εάν δεν υπάρχουν απώλειες. Και για να γίνω κατανοητός, εάν δεν υπάρχουν νεκροί». Οι μετανάστες έπρεπε να αποτραπούν από το να εισέλθουν στην Ελλάδα: «Η κόλαση πρέπει να φαντάζει παράδεισος σε αυτό που θα ζουν εδώ.»
Η προσφυγική πολιτική της χώρας τα τελευταία χρόνια – από τις επαναπροωθήσεις στη θάλασσα μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης – έχει από καιρό μετατρέψει την Ελλάδα σε κόλαση για τους περισσότερους πρόσφυγες. Αλλά αυτό δεν αρκεί για τον Πλεύρη. Θέλει επίσης να καταργήσει τα τελευταία απομεινάρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τους πρόσφυγες, τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν τουλάχιστον μέχρι στιγμής στα χαρτιά.
Στην ομιλία του στο κοινοβούλιο, ο Πλεύρης καυχήθηκε: «Το λέω με μεγάλη υπερηφάνεια, χαίρομαι που είμαι υπουργός αυτής της κυβέρνησης που έρχεται και θεσμοθετεί το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη χώρα.» Επίσης στην ομιλία του απείλησε ευθέως τους πρόσφυγες δηλώνοντας:
Εάν απορριφθεί το άσυλό σου οι επιλογές σου είναι δύο. Ή θα πας φυλακή ή θα επιστρέψεις στην πατρίδα σου. Η ελληνική πολιτεία δεν σε αποδέχεται. Δεν είσαι ανεκτός άπαξ και μπήκες παράνομα. Έχεις μία επιλογή, να γυρίσεις πίσω. Δεν είσαι ευπρόσδεκτος.
Με τη λυσσαλέα ρητορική του, ο Πλεύρης μιμείται τα αντιμεταναστευτικά παραληρήματα του Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο θαυμάζει ανοιχτά. Μετά την εκλογή του Τραμπ τον Νοέμβριο του 2024, ο Πλεύρης συνεχάρη τον νέο Αμερικανό πρόεδρο στο X για τη «μεγάλη νίκη» του και αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη στάση του Τραμπ ενάντια στην παράνομη μετανάστευση. Περιέγραψε την εκλογή του ως «σημαντικό μήνυμα για την ΕΕ» και επικαλέστηκε την «καλή συνεργασία» της Ελλάδας με τον Τραμπ.
Όπως και ο Τραμπ, ο Πλεύρης δεν έχει καμία πρόθεση να καλύψει την εγκληματική μεταναστευτική πολιτική του με ανθρωπιστικές ανησυχίες. Αντίθετα, καυχιέται ότι δίνει τον τόνο στην πολιτική της ΕΕ. Σε τηλεοπτική εκπομπή τον Αύγουστο απέρριψε τις κριτικές πολλών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τα σχέδιά του. Είπε ότι η θέση των ΜΚΟ είναι «αδιάφορη για το Υπουργείο Μετανάστευσης. Η μεταναστευτική πολιτική χαράσσεται από την κυβέρνηση. Οι επιστροφές, αναγκαστικές και οικειοθελείς, είναι το μεγάλο στοίχημα, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε ευρωπαϊκό. Και η Ελλάδα πρωταγωνιστεί σε αυτή τη συζήτηση.»
Πράγματι, η τελευταία αυστηροποίηση του νόμου δεν είναι ένα μονομερές εθνικό μέτρο της κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής κατά των προσφύγων. Σε συνάντηση των υπουργών Εσωτερικών της ΕΕ στην Κοπεγχάγη στα τέλη Ιουλίου, όπου συζητήθηκαν περαιτέρω επιθέσεις κατά των προσφύγων, ο Πλεύρης προώθησε τα σχέδιά του.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, πραγματοποίησε αρκετές διμερείς συνομιλίες πίσω από κλειστές πόρτες με εκπροσώπους της ΕΕ. Η εφημερίδα παραθέτει τα λόγια ενός Έλληνα κυβερνητικού αξιωματούχου, ο οποίος επιθυμούσε να παραμείνει ανώνυμος: «Η νέα ελληνική νομοθεσία έχει προσελκύσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μεταξύ των υπουργών, καθώς θεωρείται η αυστηρότερη που έχει ποτέ παρουσιαστεί σε επίπεδο ΕΕ».
Ο Πλεύρης συναντήθηκε με τους ομολόγους του από την Αυστρία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, καθώς και με εκπροσώπους της Frontex, της υπηρεσίας προστασίας των συνόρων της ΕΕ, για να συζητήσουν το κλείσιμο των εξωτερικών συνόρων και περαιτέρω αποτρεπτικά μέτρα κατά των προσφύγων.
Οι αστικές τάξεις τις Ευρώπης υποστηρίζουν πλήρως την αυστηροποίηση της νομοθεσίας για το άσυλο στην Ελλάδα και έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν παρόμοιες ακροδεξιές επιθέσεις εναντίον των μεταναστών στις δικές τους χώρες.
Την 3η Σεπτεμβρίου, λίγο μετά την ψήφιση του ελληνικού νόμου για το άσυλο, η γερμανική κυβέρνηση προχώρησε περαιτέρω στα δικά της σχέδια για την αυστηροποίηση της πολιτικής της για τους πρόσφυγες. Ο υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ (Χριστιανική Κοινωνική Ένωση, CSU) προώθησε δύο νόμους στο υπουργικό συμβούλιο για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου (CEAS) στη Γερμανία. Αυτό επιτρέπει την ακόμη ισχυρότερη οχύρωση των συνόρων της ΕΕ, ταχύτερες απελάσεις και την κράτηση προσφύγων σε στρατόπεδα στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ.
Επίσης η Γερμανία επανεκκίνησε φέτος τις απελάσεις προσφύγων προς την Ελλάδα. Τα προηγούμενα χρόνια, οι απελάσεις είχαν σταματήσει στην πράξη λόγω της καταστροφικής κατάστασης που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα. Αν και η κατάσταση έχει επιδεινωθεί περαιτέρω, το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας αποφάνθηκε σε μια απόφαση ορόσημο τον Απρίλιο ότι οι συνθήκες διαβίωσης για τους πρόσφυγες στην Ελλάδα δεν είναι απάνθρωπες ή εξευτελιστικές.
Στη Βρετανία, η κυβέρνηση και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης διεξάγουν αυτό το διάστημα μια ακροδεξιά εκστρατεία κατά των λεγόμενων «ξενοδοχείων ασύλου» στα οποία φιλοξενούνται πρόσφυγες. Ο πολιτικός των Τόρις Ρόμπερτ Τζένρικ, ο οποίος ενδέχεται να γίνει ο επόμενος ηγέτης του Συντηρητικού Κόμματος, πρόσφατα χαιρέτισε τις προτάσεις του ακροδεξιού Νάιτζελ Φάρατζ για να κρατούνται οι αιτούντες άσυλο σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στη συνέχεια προσπαθώντας να κινηθεί στα δεξιά του Φάρατζ, ο Τζένρικ δήλωσε χαρακτηριστικά πως αυτά τα στρατόπεδα θα πρέπει να είναι «φυλακές στοιχειώδους επιπέδου».
Οι επιθέσεις εναντίον των προσφύγων εξυπηρετούν την άρχουσα τάξη σε όλες τις χώρες, υπονομεύοντας τα δημοκρατικά δικαιώματα και προετοιμάζοντας μια ευρεία επίθεση εναντίον όλων των κοινωνικών κατακτήσεων της εργατικής τάξης. Παράλληλα με τον πρόσφατο νόμο για το άσυλο, η ελληνική κυβέρνηση προωθεί τον στρατιωτικό εξοπλισμό και την ενίσχυση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης με τον νέο εργασιακό νόμο.
Προκειμένου να διχάσουν τους εργαζόμενους, οι πρόσφυγες – ως οι πιο αδύναμοι και ανυπεράσπιστοι – γίνονται ο πρώτος στόχος και εξιλαστήρια θύματα για όλα τα κοινωνικά προβλήματα που στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης.
Η εργατική τάξη πρέπει να αντιταχθεί στον ανοιχτό πόλεμο κατά των προσφύγων με το δικό της πρόγραμμα: τη συνεπή υπεράσπιση των μεταναστών στις γειτονιές και στους χώρους δουλειάς και τη διεθνή ενοποίηση όλων των εργαζομένων σε ένα σοσιαλιστικό κίνημα.
